Τα άρθρα της ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του περιοδικού και δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευσή τους χωρίς την γραπτή άδεια του εκδότη.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ
Πασχάλης Χαριζάνης Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Ο βασιλικός πολτός είναι η κύρια τροφή των βασιλισσών η οποία παράγεται στους υποφαρυγγικούς αδένες των νεαρών εργατριών, Χωρίς αυτή την τροφή οι βασίλισσες δεν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν. Σε αυτόν οφείλει η βασίλισσα το μεγάλο μέγεθος και τη μακροβιότητά της και ότι το βάρος των αυγών που ωοτοκεί είναι περισσότερο από το διπλάσιο βάρος του σώματός της.
Οι φυσικές και οι χημικές ιδιότητες του βασιλικού πολτού διατηρούνται σε άριστη κατάσταση όταν αυτός συντηρείται σωστά ή βρίσκεται μέσα στην κυψέλη. Ο βασιλικός πολτός διατίθεται στην αγορά ως φρέσκος, αποξηραμένος ή επεξεργασμένος σε άλλες μορφές. Κατά γενικό όμως κανόνα μόλις συλλεχθεί από την κυψέλη πρέπει να διατηρείται στην κατάψυξη προκειμένου να διατηρήσει τις βιολογικές του δραστηριότητες. Όμως ο βασιλικός πολτός χαλάει ή αλλοιώνεται και σταδιακά χάνει την εμπορική του αξία όταν δεν διατηρείται σωστά. Οι πρωτεΐνες αλλοιώνονται, γίνεται πιο πηκτός και αλλάζει η σύνθεση των οξέων του. Αυτές οι αλλαγές οφείλονται στην οξείδωση των λιπιδίων. Στο φρέσκο βασιλικό πολτό το μεγαλύτερο ποσοστό των πρωτεϊνών είναι υδατοδιαλυτές και συμβαίνουν πολλές αλλαγές στην σύστασή του καθώς η θερμοκρασία συντήρησής του ανεβαίνει.
Γιατί όμως ο βασιλικός πολτός δεν αλλοιώνεται μέσα στην κυψέλη όπου η θερμοκρασία είναι 35 0C; Μέσα στο βασιλικό κελί μόλις εκκολαφθεί η μικρή προνύμφη από το αυγό αρχίζει και τρέφεται με βασιλικό πολτό τον οποίο οι παραμάνες μέλισσες εναποθέτουν συνεχώς σε μικρές ποσότητες.
Η επίσκεψη παραμάνας μέλισσας σε ένα κελί διαρκεί 2-3 δευτερόλεπτα και το οποίο δέχεται 1.000 περίπου επισκέψεις το 24ωρο. Μετά την τρίτη ημέρα της ηλικίας της προνύμφης αυτή που θα εξελιχθεί σε βασίλισσα τρέφεται μόνο με βασιλικό πολτό ενώ αυτές που θα εξελιχθούν σε εργάτριες ή κηφήνες τρέφονται με μίγμα μελιού και γύρης.
Σε πείραμα που πραγματοποιήθηκαν, μελετήθηκαν οι τρόποι με τους οποίους οι μέλισσες καταφέρνουν να διατηρούν το βασιλικό πολτό φρέσκο μέσα στα κελιά. Περίπου 48 ώρες μετά την εκκόλαψη των προνυμφών από τα αυγά, τα βασιλικά κελιά που περιείχαν βασιλικό πολτό προστατεύονταν με νάιλον σίτα ώστε οι παραμάνες μέλισσες να μην ταΐζουν τις προνύμφες με βασιλικό πολτό. Το αποτέλεσμα ήταν ότι μετά από 12 ώρες ο βασιλικός πολτός στέγνωνε μέσα στα κελιά και οι προνύμφες πέθαιναν. Τα κελιά που δεν καλύφθηκαν με νάιλον σίτα τροφοδοτήθηκαν κανονικά και 72 ώρες (3 μέρες) μετά τον εμβολιασμό συγκεντρώθηκε η μεγαλύτερη ποσότητα βασιλικού πολτού.
Την 4η μέρα η προνύμφη έχει πολύ μεγάλη όρεξη και καταναλώνει πολύ γρήγορα την ποσότητα του βασιλικού πολτού, ενώ ταυτόχρονα οι παραμάνες μέλισσες εναποθέτουν φρέσκο βασιλικό πολτό. Επομένως ο βασιλικός πολτός που καταναλώνουν οι προνύμφες δεν είναι μία έτοιμη τροφή που έχει αποθηκευτεί στους 35 0C για 9 μέρες αλλά συνεχής έκκριση των παραμάνων εργατριών που εναποθέτουν μέσα στα βασιλικά κελιά.
Jianke, Z. Lan, Z. Boxiong and C. Shenglu
How royal jelly maintains its quality within the colony
American Bee Journal 145(9): 736-738 (2005)
Απορίες και διευκρινίσεις σχετικά με το άρθρο ή με όποιο άλλο θέμα θέλετε επικοινωνήστε με το περιοδικό Μελισσοκομική Επιθεώρηση πατώντας εδώ.
Για την κατάρτισή σας, επιλέξτε πηγές πληροφόρησης με επιστημονικά τεκμηριωμένη γνώση
Εικόνα 2. Οι μέλισσες συχνά αποθηκεύουν τη γύρη δίπλα στο γόνο που εκτρέφουν.
Τα άρθρα της ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του περιοδικού και δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευσή τους χωρίς την γραπτή άδεια του εκδότη.
Εμμανουήλ Τσαγγούρης και Πασχάλης Χαριζάνης
Εργαστήριο Σηροτροφίας και Μελισσοκομίας
Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ένα μελίσσι στις εύκρατες περιοχές ξεκινά την εκτροφή γόνου κατά τα τέλη του χειμώνα με τα πρώτα άνθη που εμφανίζονται. Η απαραίτητη ποσότητα πρωτεΐνης για την εκτροφή του γόνου προέρχεται από τη γύρη που οι μέλισσες έχουν αποθηκεύσει στις κηρήθρες και από τα αποθέματα πρωτεΐνης στο σώμα τους. Η ισορροπημένη διατροφή του μελισσιού ασκεί πολύπλευρο ρόλο στην κοινωνική του οργάνωση και αυξάνει τη διάρκεια ζωής των εργατριών. Οι παραμάνες εργάτριες είναι αυτές που καταναλώνουν πιο πολύ γύρη, πέπτουν και απορροφούν το πρωτεϊνικό περιεχόμενο της γύρης, μετατρέποντας το σε βασιλικό πολτό.
Η γύρη αποτελεί την κύρια πηγή πρωτεϊνών, αμινοξέων, λιπιδίων, βιταμινών και ανοργάνων αλάτων για τις μέλισσες. Η γύρη υψηλού πρωτεϊνικού περιεχομένου αυξάνει τη μακροζωία των εργατριών. Όμως η επαρκής ποσότητα ισορροπημένης γύρης είναι αυτή που δημιουργεί υγειές και δυνατό μελίσσι.
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΡΩΤΕΪΝΩΝ ΣΤΟ ΜΕΛΙΣΣΙ
Ανάλογα με την περιοχή της Ελλάδος (Βόρεια ή Νότια), ο πληθυσμός ενός φυσικά αναπτυσσόμενου μελισσιού, εμφανίζει αύξηση την άνοιξη, μειώνεται απότομα από τη σμηνουργία, ακολουθεί μια θερινή μείωση του πληθυσμού, σταθερή πορεία του το φθινόπωρο και καταλήγει να έχει τον μικρότερο πληθυσμό στο τέλος του χειμώνα.
Η χειμερινή αυτή μείωση του πληθυσμού, έρχεται φυσιολογικά επειδή δεν παράγεται αρκετός γόνος και οι γηραιότερες συλλέκτριες μέλισσες εμφανίζουν χαμηλές συγκεντρώσεις βιτελλογενίνης, η οποία συνδέεται άμεσα με τη μακροβιότητα της μέλισσας, σε σχέση με τις λιγότερες και νεότερες παραμάνες μέλισσες που την παράγουν στους υποφαρυγγικούς αδένες τους, για την εκτροφή του γόνου (Seechus et al., 2006).
Όταν έχουμε λίγες πρωτεΐνες στην κυψέλη (έλλειψη γύρης), τότε οι νεαρές μέλισσες μετατρέπονται πρώιμα από παραμάνες σε συλλέκτριες μέλισσες (Nelson et al., 2007). Οι εργάτριες ξεκινούν πρώιμα τη συλλογή τροφής και γηράσκουν πιο γρήγορα.
Η κατανάλωση γύρης, από τις παραμάνες ενός φυσιολογικού μελισσιού, αυξάνει μέχρι ένα μέγιστο που τοποθετείται στο διάστημα από την 3η μέχρι την 10η ημέρα της ζωής τους, παραμένει σε υψηλά επίπεδα μέχρι περίπου την 20η ημέρα, ενώ με τη μετάταξη τους σε συλλέκτριες, μειώνεται δραστικά. Συνεπώς οι εργάτριες ανταποκρίνονται στην παρουσία του γόνου προσαρμόζοντας τη διατροφική συμπεριφορά τους και τη φυσιολογική λειτουργία τους, προς όφελος του μελισσιού (Hrassnigg and Crailsheim, 1998).
ΘΡΕΠΤΙΚΗ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΓΥΡΗΣ ΣΤΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΜΕΛΙΣΣΑΣ
Οι μέλισσες για να καλύψουν τις διατροφικές τους ανάγκες, ώστε να επιτύχουν μια φυσιολογική ανάπτυξη και εξέλιξη, χρειάζονται κάποια θρεπτικά στοιχεία όπως πρωτεΐνες, υδατάνθρακες, ανόργανα άλατα, λίπη (λιπίδια), βιταμίνες και νερό. Η γύρη αποτελεί την κύρια πηγή σε πρωτεΐνες, ανόργανα άλατα, λιπίδια και βιταμίνες για τις μέλισσες (Somerville, 2001).
Η μεγαλύτερη ποσότητα της συλλεγόμενης γύρης στο μελίσσι, καταναλώνεται από τις εργάτριες μέλισσες, οι οποίες με τη σειρά τους τροφοδοτούν τη βασίλισσα, τους κηφήνες και το γόνο με πολτούς εξειδικευμένης σύνθεσης ανάλογα με την κάστα για την οποία προορίζονται (Εικ.1&2). Το υψηλό περιεχόμενο σε πρωτεΐνη των πολτών αυτών, προέρχεται από τις εκκρίσεις των υποφαρυγγικών αδένων των παραμάνων εργατριών (Keller et al., 2004).
Η γύρη περιέχει επίσης, σε ένα ποσοστό 1-7% ξηράς ουσίας, διάφορα ανόργανα άλατα όπως ο φώσφορος, το κάλιο, το μαγνήσιο, το νάτριο, το ασβέστιο, το θείο, ο σίδηρος, ο ψευδάργυρος, ο χαλκός, το μαγγάνιο, το αργίλιο, το κάδμιο, το χρώμιο, ο μόλυβδος, το νικέλιο, το σελήνιο, αρκετά όμως από αυτά σε ίχνη. Λίγα είναι γνωστά για τις ανάγκες της μέλισσας σε ανόργανα άλατα. Ωστόσο, όλα τα έντομα χρειάζονται σημαντικές ποσότητες καλίου, φωσφόρου και μαγνησίου ενώ ενισχυμένες δίαιτες με ανόργανα άλατα αύξησαν την εκτροφή γόνου όταν αυτά στην τροφή ήταν σε ποσοστό 0,5-1%.
Εικόνα 1. Γύρη σε κελιά (μελισόψωμο) εφεδρεία πρωτεΐνης για την εκτροφή του γόνου.
Εικόνα 2. Οι μέλισσες συχνά αποθηκεύουν τη γύρη δίπλα στο γόνο που εκτρέφουν.
ΠΕΨΗ, ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΓΥΡΗΣ ΣΤΟ ΜΕΛΙΣΣΙ
Η γύρη καταναλώνεται από τις μέλισσες είτε νωπή είτε ως υποκατάστατο. Η αξία της καθορίζεται από το πόσο εύκολα μπορεί να αφομοιώνεται από τον οργανισμό της μέλισσας. Η αφομοίωση της είναι γενικά δύσκολη λόγω των διαφόρων αδιάβροχων και αδιάλυτων στρώσεων του κυτταρικού τοιχώματος που περιβάλλουν τους κόκκους της (Keller et al., 2004).
Η πέψη της γύρης αρχίζει όταν αυτή εισέλθει στο στομάχι (μεσέντερο) όπου υπάρχουν τα διάφορα πρωτεολυτικά ένζυμα. Μπορεί να διαρκέσει από μερικές ώρες έως περισσότερο της μιας μέρας και εξαρτάται από την ποσότητα της τροφής που υπάρχει εκεί και την ηλικία της εργάτριας. Η πιο γρήγορη πέψη παρατηρείται στις παραμάνες μέλισσες, μειώνεται στις συλλέκτριες και η χαμηλότερη παρατηρείται στις χειμερινές μέλισσες (Crailsheim, 1990).
Κάθε μέλισσα καταναλώνει από 3 έως 4,5 mg γύρη την ημέρα και η μεγαλύτερη ποσότητα παρατηρείται τις 5 πρώτες μέρες μετά την έξοδο της από το κελί. Μια εργάτρια για να ολοκληρώσει την ανάπτυξη της (από αυγό μέχρι έξοδο από το κελί) καταναλώνει 160-180 mg γύρης. Συνεπώς, ένα μελίσσι με ετήσια παραγωγή 50.000-100.000 μελισσών το έτος καταναλώνει 9 έως 17 κιλά γύρης (Keller et al., 2004).
ΠΗΓΕΣ ΘΡΕΠΤΙΚΗΣ ΓΥΡΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΛΙΣΣΑ
Ο κάθε μελισσοκόμος πρέπει να επιδιώκει τη μεταφορά των μελισσιών του σε περιοχές όπου ανθοφορούν φυτά με θρεπτική γύρη (οπωροφόρα δένδρα, καστανιά, ρείκι κλπ.). Αυτά τα φυτά είναι γνωστά σε κάθε περιοχή καθώς και η περίοδος ανθοφορίας τους.
Συχνά παρατηρείται το φαινόμενο μια ανθοφορία (πχ πεύκο, έλατο) να μην παρέχει ικανή ποσότητα γύρης ώστε ακόμη και να υπάρχει πολλή μελιτοφορία να μη μπορεί το μελίσσι να διατηρηθεί δυνατό. Αν υπάρχουν φυτά με χαμηλής ποιότητας γύρη τότε αδυνατίζουν το μελίσσι. Μεγαλύτερο πρόβλημα προκύπτει αν ένα φυτό με φτωχή γύρη αποτελεί τη μοναδική πηγή γύρης για το μελίσσι. Αν όμως υπάρχουν πάνω από τρία είδη φυτών μια τέτοια γύρη, δεν θα περιορίσει την ανάπτυξη ενός μελισσιού (Somerville, 2005).
ΤΡΟΦΟΔΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΛΙΣΣΩΝ ΜΕ ΠΡΩΤΕΪΝΗ
Για να επιτευχθεί καλή παραγωγή μελιού, ένα μελίσσι πρέπει να έχει πολύ πληθυσμό με ενήλικες μέλισσες και επίσης πολύ γόνο για μελλοντικό πληθυσμό που σημαίνει πως απαιτούνται μεγάλες ποσότητες νέκταρος και γύρης. Επίσης, μέλισσες με υψηλές συγκεντρώσεις ολικής πρωτεΐνης στο σώμα τους, ζουν περισσότερο και άρα συλλέγουν περισσότερο και παράγουν περισσότερο. Συνεπώς, γνωρίζοντας τις ανάγκες ενός μελισσιού και τροποποιώντας τη θρεπτική του κατάσταση είναι δυνατόν να μεγιστοποιήσουμε την παραγωγή του (Somerville, 2005).
Η ανάπτυξη ενός μελισσιού διαφοροποιείται τόσο από περίοδο σε περίοδο όσο και από περιοχή σε περιοχή οπότε η προσθήκη υποκατάστατου ή αντικατάστατου γύρης διαφοροποιείται ανάλογα με τις ανάγκες διατροφής του. Ένα αδύνατο μελίσσι στις αρχές της άνοιξης με λιγοστές πτήσεις λόγω καιρού και μικρό αριθμό συλλεκτριών έχει την ανάγκη προσθήκης πρωτεΐνης. Η παρουσία σημαντικών μελισσοκομικών φυτών σε μία περιοχή δεν αποτελεί από μόνη της ικανή συνθήκη για τη διατήρηση ενός μελισσιού.
Η γύρη, η ιδανική τροφή για τις μέλισσες, δεν είναι φυσικώς, πάντοτε διαθέσιμη σ’ αυτές, ούτε σε ποσότητα, ούτε σε ποιότητα απαραίτητη για να διατηρήσουν τον πληθυσμό τους και τη δύναμη τους. Συνεπώς, είναι απαραίτητη κατά περίπτωση η τροφοδότηση των μελισσιών με γύρη, πριν η έλλειψη της εμφανίσει συμπτώματα στην κυψέλη.
Σε περιόδους που η γυρεοσυλλογή είναι έντονη, σε δυνατό μελίσσι, με έλλειψη χώρου για την εκτροφή του γόνου, τότε η συλλογή γύρης με γυρεοπαγίδες είναι επιβεβλημένη, για τη χρησιμοποίησή της σε περίοδο ξηρασίας (έλλειψη γύρης). Επίσης με τη συλλογή γύρης σε περίοδο έντονης ανθοφορίας μειώνουμε το φαινόμενο της σμηνουργίας.
Ο κάθε μελισσοκόμος πρέπει να χρησιμοποιεί δική του γύρη. Ποτέ δεν συλλέγουμε γύρη από άρρωστα μελίσσια. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος μετάδοσης ασθενειών όπως της Αμερικανικής Σηψιγονίας (Paenibacillus larvae) και της Ασκοσφαίρωσης (Ascophaera apis). Η γύρη αγνώστου προέλευσης και αμφιβόλου υγιεινής κατάστασης θα πρέπει να αποφεύγεται.
Η φρεσκοσυλλεχθείσα γύρη περιέχει 20–25% υγρασία και αποτελεί περιοριστικό παράγοντα για την αποθήκευση της. Για τον παραπάνω λόγο ή πρέπει να αποξηραθεί ή να διατηρηθεί στον καταψύκτη (-15°C) (Εικ. 3). Η αποξήρανση δεν καταφέρνει να διατηρήσει τη θρεπτική της αξία. Η κατάψυξη μέχρι ένα χρόνο εξασφαλίζει την καλή της διατήρηση, όμως μετά το δεύτερο χρόνο αποθήκευσής της οι βιταμίνες και τα λίπη οξειδώνονται και η γύρη αρχίζει σταδιακά να χάνει τη θρεπτικότητά της.
Μία άλλη μέθοδος διατήρησης της γύρης για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα είναι η επεξεργασία της σε γυρεόπιττα. Η διαδικασία παραγωγής της στηρίζεται στη γαλακτική ζύμωση της γύρης και βελτιώνει σημαντικά τη θρεπτική της αξία με το χρόνο. Η αναλογία των υλικών είναι 10 μέρη γύρη, 1,5 μέλι, 2,5 νερό και ελάχιστη ποσότητα ξηρού γαλακτικού οξέος. Το μείγμα διατηρείται αρχικά για 2-3 ημέρες στους 28-32 °C για την προαγωγή της γαλακτικής ζύμωσης και μετά στους 20 °C για 10 περίπου μέρες ώστε να ολοκληρωθεί ομαλά η ζύμωση. Η γύρη που προκύπτει, διατηρεί τη θρεπτικότητα της για μεγάλο χρονικό διάστημα (Somerville, 2005).
Υπάρχουν στο εμπόριο διάφορα πρωτεϊνούχα υλικά που χρησιμοποιούνται για να αντικαταστήσουν τη γύρη. Ένα αντικατάστατο γύρης πρέπει να είναι ελκυστικό στη μέλισσα, να έχει υψηλή θρεπτική αξία, να μην περιέχει τοξικά συστατικά, να είναι διαθέσιμο σε επαρκείς ποσότητες και να έχει χαμηλό κόστος (Εικ. 4&5). Να είναι πολύ καλά αλεσμένο ώστε το μέγεθος των τεμαχιδίων να είναι μικρότερο των 500 μm για να μπορεί να το καταναλώνει η μέλισσα (Somerville, 2005). Επίσης η συνολική περιεκτικότητα σε λιπίδια της τροφής της μέλισσας δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 7%.
Το σογιάλευρο χρησιμοποιείται συχνά στη διατροφή της μέλισσας γιατί η περιεκτικότητά του σε ολική πρωτεΐνη είναι γύρω στο 50%. Εμφανίζει έλλειψη σε μερικά αμινοξέα και βιταμίνες, δεν έχει καλή προσελκυστικότητα για τη μέλισσα, είναι όμως φτηνό και σε επαρκή ποσότητα στην αγορά.(Somerville, 2005).
Οι ζύμες ζυθοποιίας και αρτοποιίας μπορούν να αντικαταστήσουν τη σόγια στη διατροφή της μέλισσας γιατί έχουν πολλές βιταμίνες και ίδια περίπου ποσοστά πρωτεΐνης. Είναι καλά ισορροπημένες σε απαραίτητα αμινοξέα και μόνο το κόστος τους μπορεί να αποτελεί αποτρεπτική παράμετρο για τη χρήση τους (Somerville, 2005).
Έχοντας υπόψη τα παραπάνω, υπάρχει δυνατότητα παρασκευής ισορροπημένης πρωτεϊνούχου τροφής για τις μέλισσες που να πληρεί τους προαναφερθέντες όρους και να είναι ιδιαίτερα αποδεκτό από τις μέλισσες.
Εικόνα 3. Η φρέσκη γύρη πρέπει να διατηρείται στην κατάψυξη.
Εικόνα 4. Η παρασκευή του υ ποκατάστατου γύρης μπορεί να γίνει με απλό εξοπλισμό.
Εικόνα 5. Ένα υποκατάστατο γύρης πρέπει να είναι ελκυστικό στη μέλισσα και να έχει υψηλή θρεπτική αξία.
ΟΙΚΟΝΟΜΟΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΡΟΦΟΔΟΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ΜΕΛΙΣΣΩΝ ΜΕ ΠΡΩΤΕΪΝΗ
Τα πλεονεκτήματα από τροφοδότηση με υποκατάστατο ή αντικατάστατο γύρης σε ένα μελίσσι είναι πολλά. Αν υπάρχει έλλειψη γύρης, τότε ο μελισσοκόμος ή θα πρέπει να τροφοδοτήσει τις μέλισσες με πρωτεϊνούχο τροφή ή να μεταφέρει τα μελίσσια του σε κάποια περιοχή για να συλλέξουν επαρκή ποσότητα γύρης. Δυστυχώς, κάποιες πολύ καλές μελιτοφορίες χαρακτηρίζονται πολύ φτωχές σε γύρη, αδυνατίζοντας αρκετά τον πληθυσμό και καθιστώντας την προληπτική τροφοδότηση με πρωτεΐνη την πιο σωστή τακτική. Στην Ελλάδα τέτοιες μελιτοφορίες είναι του πεύκου και του έλατου.
Πολλά υποκατάστατα ή αντικατάστατα γύρης που χρησιμοποιούνται, έχουν μικρή ελκυστικότητα για τις μέλισσες, ή μικρή θρεπτική αξία και σε συνδυασμό με το υψηλό τους κόστος τα καθιστούν πρακτικά ασύμφορα. Τα αντικατάστατα γύρης σε οποιοδήποτε μείγμα, δεν μπορούν να προσφέρουν τα χαρακτηριστικά της γύρης. Επιπρόσθετα, πρέπει να επιλέγονται υλικά καταλλήλως επεξεργασμένα, ώστε να είναι πιο αποτελεσματικά για τις μέλισσες και όχι μόνο χαμηλού κόστους.
Η πρωτεϊνούχος διατροφή της μέλισσας αποτελεί την πιο σημαντική και συνάμα την πιο πολυσύνθετη παράμετρο για τη διατήρηση ενός δυνατού μελισσιού. Η διατήρηση της θρεπτικής του κατάστασης είναι τόσο σημαντική όσο η ύπαρξη σε αυτό μιας νέας και παραγωγικής βασίλισσας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Crailsheim, K. 1990. The protein balance of the honey bee worker. Apidologie 21: 417–429.
Hrassnigg, N., and Crailsheim, K. 1998. The influence of brood on the pollen consumption of worker bees (Apis mellifera L.). Journal of insect Physiology, 44: 393-404.
Keller, I., Fluri, P., and Imdorf, A. 2004. Pollen nutrition and colony development in honey bees – Part I. Bee World 86(2): 3–10.
Keller, I., Fluri, P., and Imdorf, A. 2004. Pollen nutrition and colony development in honey bees – Part II. Bee World 86(3): 27–34.
Nelson, C.M., Ihle, K., Amdam, G.V., Fondrk, M.K., and Page, R.E., 2007. The gene vitellogenin has multiple coordinating effects on social organization. PLoS Biology, 5: 673–677.
Roulston, T., Cane, J.H., 2000. Pollen nutritional content and digestibility for animals. Plant Systematics and Evolution 222: 187–209.
Seehuus, SC, Norberg, K., Gimsa, U., Krekling, T., and Amdam, G.V. 2006. Reproductive protein protects functionally sterile honey bee workers from oxidative stress. Proc. Natl. Acad. Sci. USA 103: 962-967.
Somerville, D. 2001. Nutritional Value of Bee Collected Pollens. Final Report DAN-134A. Rural Industries Research and Development Corporation. Canberra.
Somerville, D. 2005. Fat bees skinny bees – a manual on honey bee nutrition for beekeepers. Final Report DAN-186A Rural Industries Research and Development Corporation. Canberra.
Απορίες και διευκρινίσεις σχετικά με το άρθρο ή με όποιο άλλο θέμα θέλετε επικοινωνήστε με το περιοδικό Μελισσοκομική Επιθεώρηση πατώντας εδώ.
Για την κατάρτισή σας, επιλέξτε πηγές πληροφόρησης με επιστημονικά τεκμηριωμένη γνώση
Ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μάκης Βορίδης συγκάλεσε την Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου σύσκεψη με εκπροσώπους των λειτουργουσών και των υπό σύσταση Διεπαγγελματικών Οργανώσεων.
Κατά τη διάρκεια της σύσκεψης πραγματοποιήθηκε ένας άκρως εποικοδομητικός διάλογος για το πλαίσιο λειτουργίας των Διεπαγγελματικών Οργανώσεων.
Παράλληλα, συζητήθηκαν με τον Υπουργό οι λεπτομέρειες που σχετίζονται με την έκδοση της Κοινής Υπουργικής Απόφασης, με σκοπό να τεθεί σε άμεση εφαρμογή ο νόμος που διέπει τις Διεπαγγελματικές Οργανώσεις.
Η εν λόγω σύσκεψη πραγματοποιήθηκε δύο μόλις ημέρες μετά την ψήφιση σχετικής τροπολογίας που εισηγήθηκε ο κ. Βορίδης με την οποία οριοθετείται η νομική μορφή των Διεπαγγελματικών Οργανώσεων, ρυθμίζονται και καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αναγνώρισής τους.
Στη σύσκεψη εκπροσωπήθηκαν, ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων (ΣΕΒΤ), ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Τυποποιήσεως Ελαιολάδου (ΣΕΒΙΤΕΛ), η Πανελλήνια Ένωση Μεταποιητών – Τυποποιητών (ΠΕΜΕΤΕ), η Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Μελιού και λοιπόν προϊόντων κυψέλης, η Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Άμπελου και Οίνου (ΕΔΟΑΟ), η Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Κρέατος (ΕΔΟΚ), η Διεπαγγελματική Οργάνωση Επιτραπέζιας Ελιάς (ΔΟΕΠΕΛ) και η υπό σύσταση Διεπαγγελματική Οργάνωση Ακτινιδίου.
Στη σύσκεψη συμμετείχε και ο Γενικός Γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Γιώργος Στρατάκος.
Για την κατάρτισή σας, επιλέξτε πηγές πληροφόρησης με επιστημονικά τεκμηριωμένη γνώση ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ
Διμηνιαίο Μελισσοκομικό Περιοδικό από το 1987
Για εγγραφές πατήστε Εδώ
Τις πύλες του άνοιξε το 11ο Φεστβάλ Μελιού στο Στάδιο Ειρήνης & Φιλίας στις 6/12.
Από τις 16:00 της Παρασκευής οι καταναλωτές είχαν την ευκαιρία να δοκιμάσουν τα προϊόντα των μελισσοκόμων και οι μελισσοκόμοι και να επισκεφθούν την έκθεση μελισσοκομικού εξοπλισμού.
Τα εγκαίνια έγιναν παρουσία της Υφυπουργού του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κυρίας Φωτεινής Αραμπατζή με την οποία μαζί την κορδέλα έκοψαν ο κ. Κόκαλης (πρώην Υφυπουργός Ανάπτυξης και Τροφίμων ), ο κ. Βαρουφάκης (Γ.Γ. του ΜεΡΑ25) και ο κ. Πανάγος Κουφέλος (Αντιπεριφεριάρχης Αγροτικής οικονομίας και κτηνιατρικής της Περιφέρειας Β. Αιγαίου).
Τιμώμενη φέτος είναι η Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου. Τα εγκαίνια πλαισιώθηκαν με παραδοσιακή μουσική και χορούς.
Τα άρθρα της ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του περιοδικού και δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευσή τους χωρίς την γραπτή άδεια του εκδότη.
Ένα μέλι που ορισμένες φορές παράγεται στην Ελλάδα σε αμιγή μορφή είναι το μέλι κουμαριάς. Είναι ένα ανθόμελο με ιδιαίτερα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, που συλλέγεται κατά το τέλος της μελισσοκομικής χρονιάς. Μικρές ποσότητες μελιού αυτού του είδους παράγονται επίσης στην Ισπανία, ενώ μέτρια είναι η παραγωγή του στην Ιταλία Γαλλία, Αλβανία και Κροατία.
Το μέλι κουμαριάς ή κουμαρόμελο παράγεται από τα άνθη της κουμαριάς, φυτό που ανήκει στο γένος Arbutus L και στην οικογένεια Ericaceae. Υπάρχουν τέσσερα είδη κουμαριάς που απαντώνται στη μεσόγειο, το Arbutus unedo L., το Arbutus andrachne L , το Arbutus pavarii Pampanini, το Arbutus canariensis Veill., και τα δύο υβρίδια A. x andrachnoides Link (A. unedo x A. andrachne), και A. x androsterilis Salas, Acebes & Arco (A. unedo x A. canariensis). Τα είδη αυτά αφορούν αειθαλείς μεσογειακούς θάμνους που φύονται στη δυτική και νότια Ευρώπη, στη βόρειο Αφρική (εκτός από την Αίγυπτο και τη Λιβύη), στις Κανάριους νήσους και στη δυτική Ασία (εικ. 1). Στην Ελλάδα συναντώνται τα δυο είδη Arbutus unedo L. (κουμαριά) και Arbutus andrachne L.(γλυκοκουμαριά), καθώς και το φυσικό υβρίδιο A. x andrachnoides. Η κουμαριά απαντάται με ποικίλες ονομασίες σε διάφορες χώρες της Ευρώπης. Έτσι στην Αγγλία ονομάζεται arbutus, cane apples, Irish strawberry tree, Killarney strawberry tree, strawberry madrone και strawberry tree, στην Πορτογαλία ervedeiro και medronheiro, στην Ισπανία albocera, alborocera, borrachín, madroñera και madroño, στην Γαλλία arbousier, και fraisier en arbre ενώ στην Ιταλία corbezzolo και sorbo peloso.
Εικόνα 1: Περιοχές της μεσογείου όπου συναντάται η κουμαριά πηγή: http://www.botanicgardens.ie/herb/research/arbutus.htm
Η κοινή κουμαριά (Arbutus unedo) είναι αειθαλής πλατύφυλλος θάμνος με ύψος συνήθως 1.5 – 4 m, αλλά μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 9 – 12 m και πλάτος 8 m. Τα φύλλα είναι σκληρά, επιμήκη ως ελλειψοειδή, πριονωτά, οξυκόρυφα, μήκους 5-10 cm με σκούρο πράσινο χρώμα στην επάνω επιφάνεια και ανοιχτό στο κάτω μέρος. Οι κλαδίσκοι του φυτού μπορεί να φέρουν σε ορισμένα σημεία τριχίδια και στην πλευρά που εκτίθεται στον ήλιο έχουν ερυθρωπό χρώμα. Ως σκληρόφυλλο φυτό μπορεί να επιβιώσει σε συνθήκες έντονης ηλιακής ακτινοβολίας και ξηρασίας και σε εδάφη μικρής γονιμότητας. Τα άνθη της κουμαριάς μοιάζουν με μικρές καμπανούλες λευκού ή λευκορόδινου χρώματος, μήκους 6-8 cm που φύονται σε ταξιανθίες. Η ανθοφορία της κοινής κουμαριάς ξεκινάει στα μέσα του Οκτωβρίου και διαρκεί συνήθως έως τον Δεκέμβριο. Ο καρπός της που είναι γνωστός ως κούμαρο, είναι δρύπη, σφαιρικός, διαμέτρου 1,5-2 cm, σαρκώδης με μικρές κωνικές προεξοχές, που τον κάνουν να μοιάζει με φράουλα. Το χρώμα του είναι αρχικά κίτρινο και όταν ωριμάσει μετατρέπεται σε κόκκινο (εικόνα 2). Για την ωρίμανση του καρπού απαιτείται ένας περίπου χρόνος από την ανθοφορία γι’ αυτό στα τέλη του φθινοπώρου συναντώνται επάνω στο φυτό συγχρόνως και άνθη και καρποί. Η γλυκοκουμαριά διακρίνεται από την κοινή κουμαριά λόγω της ανοιξιάτικης ανθοφορίας της και των μικρότερων καρπών που δίνει.
Εικόνα 2: Η κουμαριά: άνθη και καρποί
Τα κούμαρα αποτελούν καρπούς ιδιαίτερα σημαντικούς για την διατροφή των ζώων του δάσους, όπως των αρκούδων, των ελαφιών, των αγριόχοιρων και των πτηνών. Η άμεση σχέση της αρκούδας με την κουμαριά σε συνδυασμό με το πλήθος των φυτών αυτών στην Ισπανία αποδεικνύεται από το γεγονός ότι στην πλατεία Puerta del Sol της Μαδρίτης βρίσκεται άγαλμα που παριστά μια αρκούδα να καταναλώνει καρπούς του συγκεκριμένου φυτού. Η παράσταση αυτή αποτελεί και το επίσημο οικόσημο της πόλης, ενώ κατά μια άποψη στην κουμαριά – madroño στα Ισπανικά – οφείλεται και το όνομα της Μαδρίτης. Τα κούμαρα αποτέλεσαν επίσης σημαντικό συστατικό της ανθρώπινης διατροφής κατά την αρχαιότητα, γεγονός που επιβεβαιώνεται από αρχαία κείμενα και τοιχογραφίες. Σήμερα τόσο στην Ελλάδα, όσο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες τα κούμαρα χρησιμοποιούνται, είτε για απευθείας κατανάλωση, είτε για την παρασκευή αλκοολούχων ποτών και μαρμελάδας. Οι καρποί της κουμαριάς περιέχουν υψηλή συγκέντρωση βιταμίνης C και πολυφαινολών, ενώ τα φύλλα και ο φλοιός της χρησιμοποιούνται για τις βιολογικές τους δράσεις. Το φυτό χρησιμοποιείται επίσης και ως καλλωπιστικό, ενώ τα κλαδιά του συχνά προστίθενται σε μπουκέτα λουλουδιών.
Εικόνα 3: Αρκούδα και κουμαριά. Πλατεία Puerta del Sol της Μαδρίτης
Οι μέλισσες επισκέπτονται τις ανθισμένες κουμαριές και συλλέγουν από αυτές νέκταρ παράγοντας μέλι κουμαριάς. Πρόκειται για ένα καφέ χρώματος με γκριζωπές αποχρώσεις μέλι. Το άρωμα του είναι από μέτριο έως δυνατό. Κρυσταλλώνει συχνά ανομοιόμορφα και σε συνδυασμό με την υψηλή του υγρασία παρουσιάζει υψηλή πιθανότητα να ξινίσει. Έχει πικρή γεύση γι’ αυτό και ορισμένοι καταναλωτές δεν το προτιμούν. Λόγω των ιδιόμορφων οργανοληπτικών χαρακτηριστικών και σε συνδυασμό με την περίοδο συλλογής του, συχνά οι μελισσοκόμοι στην Ελλάδα δεν το τρυγούν αλλά το αφήνουν για το ξεχειμώνισμα των μελισσών. Οι μελισσοκόμοι όμως θα πρέπει να είναι προσεκτικοί καθώς η παραμονή μέσα στην κυψέλη, ενός μελιού με υψηλή υγρασία κι ειδικά κάτω από δυσμενείς συνθήκες που δεν θα επιτρέψουν την επεξεργασία και την ωρίμανσή του, μπορεί να οδηγήσει σε ζύμωση με ανεπιθύμητες συνέπειες για τις μέλισσες. Γι’ αυτό συνίσταται στο τέλος του Φθινοπώρου η αφαίρεση από το μελίσσι των ασφράγιστων κηρηθρών με κουμαρόμελο.
Εικόνα 4: Μέλι κουμαριάς
Όσον αφορά τα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά του μελιού κουμαριάς, αυτό παρουσιάζει υψηλή υγρασία που πολλές φορές μπορεί να υπερβεί το νομοθετημένο όριο του 20%, υψηλή οξύτητα τέφρα, και ηλεκτρική αγωγιμότητα. Παρουσιάζει χαμηλές τιμές δράσης του ενζύμου διαστάση, ώστε να κατατάσσεται στην κατηγορία των φτωχών σε ένζυμα μελιών. Λόγω αυτής της φυσικής συμπεριφοράς του, το μέλι από κουμαριά μπορεί να θεωρηθεί ως κανονικό ακόμη και όταν η διαστάση του είναι χαμηλότερη από 8 DN. Χαμηλή είναι επίσης και η περιεκτικότητα του σε ινβερτάση. Το φτωχό ενζυμικό περιεχόμενο του κουμαρόμελου αποδίδεται στην πιθανή αδρανοποίηση των αδένων των μελισσών καθώς η συλλογή γίνετε αργά το φθνόπωρο όταν οι μέλισσες μπαίνουν στην φάση του ξεχειμωνίασματος. Στο μέλι αυτού του είδους έχουν εντοπιστεί σημαντικές ποσότητες γλουκονικού, πυροσταφυλικού, μαλικού, σουκινικού, κιτρικού και φουμαρικού οξέος.
Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε από το Εργαστήριο Μελισσοκομίας – Σηροτροφίας σε δείγματα ελληνικού κουμαρόμελου, το άθροισμα γλυκόζης και φρουκτόζης βρέθηκε να κυμαίνεται από 54,5% έως 73,1% με μέσο όρο 63,2%. Λαμβάνοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Οδηγία 110/2001 η οποία απαιτεί για τα ανθόμελα περιεκτικότητα στο άθροισμα γλυκόζης και φρουκτόζης μεγαλύτερη από 60%, διαπιστώνουμε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις στο μέλι κουμαριάς τίθεται θέμα φυσικής απόκλισης, καθώς, από τις αναλύσεις των ελληνικών κουμαρόμελων διαπιστώθηκε ότι το 19% των δειγμάτων είχαν μικρότερη περιεκτικότητα σε αυτούς τους δυο μονοσακχαρίτες. Υψηλές ήταν επίσης οι τιμές της υγρασίας με τον μέσο όρο να είναι στο 18,8% και την μέγιστη τιμή να φτάνει το 21,1%, υποδεικνύοντας την μεγάλη πιθανότητα αυτού του είδους μελιού να υποστεί ζύμωση. Οι τιμές της ηλεκτρικής αγωγιμότητας που προσδιορίστηκαν ήταν σχετικά υψηλές για ένα ανθόμελο (0,62 – 0,82 mS/cm), χωρίς όμως να δημιουργούν πρόβλημα νομιμότητας καθώς το μέλι κουμαριάς ανήκει στις εξαιρέσεις και μπορεί να εμφανίζει τιμές υψηλότερες από 0,8 mS/cm. Χαμηλές τιμές (5,5 – 28,3DN) διαπιστώθηκαν επίσης για τη δράση του ενζύμου διαστάση αποδεικνύοντας ότι και το ελληνικό κουμαρόμελο παρουσιάζει ορισμένες φορές φτωχό ενζυμικό περιεχόμενο. Παρά το γεγονός ότι ορισμένα δείγματα παρουσίασαν διαστάση μικρότερη από 8 DN, εντούτοις αυτά είναι αποδεκτά καθώς και σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία το κουμαρόμελο εντάσσεται στην κατηγορία των μελιών με χαμηλή ενζυμική δράση. Απαραίτητη όμως προϋπόθεση για να χαρακτηριστεί ένα κουμαρόμελο με διαστάση μικρότερη από 8 DN ως κανονικό είναι η τιμή της HMF να είναι μικρότερη από 15 mg/Kg.
Ο γυρεόκοκκος της κουμαριάς παρουσιάζει το χαρακτηριστικό γνώρισμα των τριών λοβών της οικογένεια Ericaceae (εικόνα 5). Σύμφωνα με την βιβλιογραφία αναφορικά με την παρουσία των αντιπροσωπευτικών γυρεόκοκκων της στο μέλι, η κουμαριά ανήκει στην κατηγορία των φυτών με ολιγάριθμη γύρη (under-represented class I), με το ποσοστό των γυρεοκόκκων κουμαριάς στο αμιγές μέλι να κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 10 με 20%.
Εικόνα 5: Γυρεόκοκκοι κουμαριάς σε κουμαρόμελο
Το μέλι κουμαριάς παράγεται σε σημαντικές ποσότητες στη Σαρδηνία και είναι ιδιαίτερα γνωστό για τις χρήσεις του στην παραδοσιακή Ιατρική. Στην ίδια περιοχή χρησιμοποιούν ειδικά αυτό το είδος μελιού για την δημιουργία παραδοσιακών γλυκών παρασκευαζόμενων με ζύμη και πρόβειο τυρί, που λέγονται “seadas” και μοιάζουν με τα κρητικά καλτσούνια. Η πικρή γεύση του κουμαρόμελου στην οποία οφείλει και την διεθνή ονομασία του ως “bitter honey” αποδίδεται στο γλυκοζίδιο αρβουτίνη. Το μέλι κουμαριάς εμφανίζει υψηλή περιεκτικότητα σε φαινόλες και έντονη αντιοξειδωτική δράση η οποία έχει αποδοθεί στις υψηλές συγκεντρώσεις 2,5-υδροξυ-φαινυλαοξικό οξύ (homogentisic acid).
Κατά το παρελθόν το μέλι κουμαριάς σπάνια συλλεγόταν ως αμιγές, και συνήθως αποτελούσε μίγμα με ερεικόμελο. Εντούτοις τα τελευταία χρόνια υπάρχει έντονο αγοραστικό ενδιαφέρον από μια μερίδα καταναλωτών και αρκετοί έλληνες μελισσοκόμοι επιδιώκουν την συγκομιδή του. Το ενδιαφέρον τις ελληνικής αγοράς καθώς και οι εξαγωγικές δυνατότητες σε χώρες που προτιμούν τα λιγότερο γλυκά μέλια, σε συνδυασμό με τις βιολογικές του δράσεις, μπορούν να ωθήσουν περισσότερους μελισσοκόμους προς την κατεύθυνση αυτή.
Βιβλιογραφία
Cherchi A., Spanedda L., Tuberoso C., Cabras P., Jοurnal of. Chromatography (1994) Solid-phase extraction and high-performance liquid chromatographic determination of organic acids in honey 669:59 – 64.
Miguel G.M., Faleiro L. M., Guerreiro A., Antunes D.M. (2014) Arbutus unedo L.: Chemical and Biological Properties, Molecules 19:15799-15823.
Persano Oddo L., Piazza M.G., Sabatini A.G., Accorti M. (1995) Characterization of unifloral honeys, Apidologie 26: 453 -465.
Rosa A., Tuberoso C.I.G., Atzeri A., Melis M.P., Bifulco E., Dess M.A. (2011) Antioxidant profile of strawberry tree honey and its marker homogentisic acid in several models of oxidative stress 129:145 – 153.
Απορίες και διευκρινίσεις σχετικά με το άρθρο ή με όποιο άλλο θέμα θέλετε επικοινωνήστε με το περιοδικό Μελισσοκομική Επιθεώρηση πατώντας εδώ.
Για την κατάρτισή σας, επιλέξτε πηγές πληροφόρησης με επιστημονικά τεκμηριωμένη γνώση
Εικόνα 1 : Φωτογραφία από ηλεκτρονικό μικροσκόπιο του άκρου του ποδιού ενός ακάρεως βαρρόα, στην κατάληξη του οποίου διακρίνονται μικροί κόκκοι άχνης ζάχαρης.
Τα άρθρα της ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του περιοδικού και δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευσή τους χωρίς την γραπτή άδεια του εκδότη.
Η εφαρμογή της άχνης ζάχαρης ως μέτρο περιορισμού της βαρρόα έχει αναφερθεί πολλές φορές τόσο σε ελληνικά όσο και διεθνή περιοδικά. Ο συγγραφέας του περιοδικού Bee World, Δεκέμβριος 2010, Kamran Fakhimzadeh από το Πανεπιστήμιο της Φλόριντα των Η.Π.Α. αναφέρει χαρακτηριστικά πως για το συγκεκριμένο θέμα υπάρχουν στο διαδίκτυο περισσότερες από 7000 αναρτήσεις ενώ στη διεθνή βιβλιογραφία 89 άρθρα που μελετούν την επίδρασή της στον έλεγχο της βαρρόα. Το χαρακτηριστικό τόσο της γενικής όσο και της επιστημονικής βιβλιογραφίας, είναι η διαφωνία μεταξύ των συγγραφέων για την αποτελεσματικότητα καθώς οι μισοί θεωρούν πως αποδίδει ως μέτρο καταπολέμησης, ενώ οι άλλοι μισοί δηλώνουν μη ικανοποιημένοι.
Το θέμα απασχόλησε το συγγραφέα του συγκεκριμένου άρθρου καθώς όταν ερευνάται κάτι από επιστημονική σκοπιά θα πρέπει εφόσον πραγματοποιείται υπό τις ίδιες συνθήκες, να έχει και το ίδιο αποτέλεσμα όσες φορές και εάν επαναληφθεί. Το αντίθετο μπορεί να αποδοθεί σε διάφορους παράγοντες που μπορούν να έχουν καθοριστικό ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα.
Ο πρώτος παράγοντας σύμφωνα με την έρευνα, είναι το μέγεθος των κόκκων της άχνης ζάχαρης. Το σκόνισμα των μελισσών έχει ως στόχο τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος στο οποίο τα ακάρεα που βρίσκονται επάνω σε αυτές, να χάσουν τη δυνατότητα προσκόλλησης και να πέσουν στη βάση της κυψέλης (εικόνα 1). Για να επιτευχθεί αυτό, θα πρέπει η άχνη ζάχαρη να αποτελείται από πολύ μικρούς κόκκους. Όσο πιο μικροί είναι οι κόκκοι αυτοί, τόσο ευκολότερα αποκολλούνται τα ακάρεα από τις μέλισσες και άρα τόσο καλύτερη αποτελεσματικότητα επιτυγχάνεται. Το ικανοποιητικότερο μέγεθος είναι από 5 μικρόμετρα και κάτω (εικόνα 2). Τέτοιες διαστάσεις φυσικά δε μπορούν να γίνουν αντιληπτές με το μάτι και έτσι το να βλέπουμε απλά σκονισμένες μέλισσες με άχνη ζάχαρη, δε σημαίνει κατ’ ανάγκη και ότι θα έχουμε καλή αποτελεσματικότητα στην πτώση της βαρρόα.
Εικόνα 1 : Φωτογραφία από ηλεκτρονικό μικροσκόπιο του άκρου του ποδιού ενός ακάρεως βαρρόα, στην κατάληξη του οποίου διακρίνονται μικροί κόκκοι άχνης ζάχαρης.
Εικόνα 2 : Φωτογραφία από ηλεκτρονικό μικροσκόπιο για τη σύγκριση κόκκων κρυσταλλικής ζάχαρης και αυτών της άχνης διαστάσεων 5μm (οι μικρές κουκίδες που σημειώνονται με τα μαύρα βέλη) που απαιτείται για την αποτελεσματική καταπολέμηση της βαρρόα
Ένας δεύτερος παράγοντας είναι η υγρασία. Ακόμα και στην περίπτωση που χρησιμοποιηθεί άχνη ζάχαρη σωστών διαστάσεων, η αποτελεσματικότητα μπορεί να είναι και πάλι περιορισμένη λόγω της σχετικής υγρασίας κατά τη στιγμή της εφαρμογής. Σε συνθήκες υψηλής υγρασίας, τα μέρη της ζάχαρης τείνουν να ενώνονται και να δημιουργούν συσσωματώματα. Έτσι η επίπαση μπορεί να μην επιφέρει πάντα τα αναμενόμενα αποτελέσματα και να δικαιολογείται έτσι η διαφορετική αποτελεσματικότητα μεταξύ επεμβάσεων.
Απορίες και διευκρινίσεις σχετικά με το άρθρο ή με όποιο άλλο θέμα θέλετε επικοινωνήστε με το περιοδικό Μελισσοκομική Επιθεώρηση πατώντας εδώ.
Για την κατάρτισή σας, επιλέξτε πηγές πληροφόρησης με επιστημονικά τεκμηριωμένη γνώση
Τα άρθρα της ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του περιοδικού και δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευσή τους χωρίς την γραπτή άδεια του εκδότη.
Η χρήση του δηλητηρίου της μέλισσας για θεραπευτικούς σκοπούς έχει της ρίζες της στην αρχαιότητα. Λαοί όπως οι Ινδοί, οι Κινέζοι, Αιγύπτιοι, οι Βαβυλώνιοι και οι Έλληνες εκτίμησαν από νωρίς τη μέλισσα όχι μόνο για την παραγωγή του μελιού, αλλά και για την ευεργετική δράση του δηλητηρίου της. Αυτή η δράση είχε καταγραφεί από τον Ιπποκράτη στο βιβλίο του “Περί ζώων ιστορίας”, αλλά και στην κινέζικη βίβλο του 5ου αιώνα π.Χ., Huandi Neijing. Στη σύγχρονη ιστορία και κυρίως κατά τον 19ο αιώνα το δηλητήριο χρησιμοποιείται στην Ευρώπη και στη Ρωσία, τόσο στο χώρο της ομοιοπαθητικής, όσο και στο χώρο της συμβατικής ιατρικής. Μετά το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου οι γνώσεις της μελισσοθεραπείας που αφορούν αυτό το προϊόν μεταφέρονται στις Η.Π.Α, ενώ το 1928 κυκλοφορεί για πρώτη φορά στην Ευρωπαϊκή αγορά εμπορικό σκεύασμα που περιέχει δηλητήριο μέλισσας.
Σε προηγούμενο άρθρο αναφέρθηκαν τα κυριότερα συστατικά του δηλητηρίου (μελιτίνη, φωσφολιπάση, υαλουρονιδάση και απαμίνη) και η σχέση τους με την εκδήλωση συμπτωμάτων μετά το κέντρισμα. Σε αυτή τη φάση ας δούμε τα δύο βασικά και με τη μεγαλύτερη ευεργετική δράση συστατικά του δηλητηρίου από τη θεραπευτική τους σκοπιά:
Μελιτίνη: Το πεπτίδιο που σχετίζεται με την εμφάνιση του πόνου και του κνησμού κατά τη διάρκεια του κεντρίσματος συνδέεται με την απελευθέρωση ισταμίνης και εμφανίζει επίσης ισχυρή βακτηριοκτόνο και αντιφλεγμονώδη δράση, καθώς και κυτταροτοξικές ιδιότητες.
Απαμίνη: Το πεπτίδιο αυτό έχει αντιφλεγμονώδη δράση διεγείροντας την παραγωγή της κορτιζόλης που αποτελεί τη δραστική μορφή της κορτιζόνης. Σε μικρές συγκεντρώσεις διεγείρει το κεντρικό νευρικό σύστημα.
Η ιατρική κοινότητα στηριζόμενη στην παρατήρηση ότι πολλοί μελισσοκόμοι δεν εμφανίζουν προβλήματα αρθρίτιδας στράφηκαν αρχικά προς κλινικές μελέτες χρήσης του δηλητηρίου για την αντιμετώπιση αυτής της ασθένειας. Υπάρχουν δύο είδη αρθρίτιδων, η ρευματοειδής αρθρίτιδα και η οστεοαρθρίτιδα. Η πρώτη εντοπίζεται στον υμένα που καλύπτει τις αρθρώσεις και επεκτείνεται και στις αρθρικές επιφάνειες αλλά και στα οστά με αποτέλεσμα την καταστροφή της άρθρωσης. Στη δεύτερη μορφή η κύρια βλάβη εντοπίζεται στον αρθρικό χόνδρο ο οποίος προοδευτικά φθείρεται με αποτέλεσμα την καταστροφή του υποχόνδριου οστού και την περιοδική εμφάνιση οστεόφυτων. Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η χρήση του δηλητηρίου της μέλισσας επιδρά θετικά στην αντιμετώπιση και των δύο μορφών αρθρίτιδας με τα καλύτερα αποτελέσματα να εμφανίζονται στην ρευματοειδή αρθρίτιδα.
Τα συστατικά του δηλητηρίου επιδρούν τόσο στο κεντρικό όσο και στο περιφερειακό νευρικό σύστημα γι’ αυτό και υπάρχουν αρκετές αναφορές για χρήση του στην αντιμετώπιση της σκλήρυνσης κατά πλάκας, και των νόσων Αλτσχάιμερ και Πάρκινσον. Σε μελέτες που έγιναν σε ασθενείς από δύο ερευνητικές ομάδες διαπιστώθηκε βελτίωση των ασθενών με σκλήρυνση κατά πλάκας σε ένα ποσοστό που κυμάνθηκε από 50% έως 60% (Hauser et al. 2001, Castro et al., 2005) αποδίδοντας την βιολογική αυτή δράση στην απαμίνη που περιέχεται στο δηλητήριο.
Ερευνητικές εργασίας που αφορούν την θεραπευτική δράση του δηλητηρίου έχουν κατά καιρούς δημοσιευθεί και για άλλες ασθένειες όπως:
Αλλεργική ρινοκολπίτιδα (η ασθένεια αυτή χαρακτηρίζεται από φλεγμονή του βλεννογόνου της μύτης και των παραρρινίων κόλπων): Ερευνητική ομάδα από τη Μόσχα χρησιμοποίησε δηλητήριο της μέλισσας σε ενέσιμη μορφή σε παιδιά ηλικίας 3 έως 14 για την αντιμετώπιση της αλλεργικής ρινοκολπίτιδας. Μετά το τέλος της θεραπείας ευεργετική δράση αποδείχθηκε σε 51 από τα 78 παιδιά που έλαβαν μέρος στην έρευνα.
Ακμή (οφείλεται στο αναερόβιο θετικό κατά Gram βακτήριο Propionibacterium acnes, που προσβάλει τους σμηγματογόνους θύλακες του ανθρώπου στο πρόσωπο και την πλάτη, κυρίως κατά την εφηβική ηλικία). Αν και το συγκεκριμένο βακτήριο έχει αποκτήσει ανθεκτικότητα σε αντιβιοτικά όπως η τετρακυκλίνη και η ευρυθρομυκίνη, εντούτοις εργαστηριακή έρευνα απέδειξε ότι το δηλητήριο της μέλισσας εμφανίζει ισχυρή βακτηριοστατική δράση έναντι του Propionibacterium acnes. Τα αποτελέσματα αυτά αποδεικνύουν τη δυνατότητα χρήσης αυτού του προϊόντος κυψέλης τόσο σε φαρμακευτικά, όσο και σε καλλυντικά σκευάσματα για την αντιμετώπιση της ακμής.
Καρκινικά κύτταρα: Εργαστηριακές έρευνες έχουν αποδείξει ότι η μελιτίνη που περιέχεται στο δηλητήριο της μέλισσας μπορεί να συμβάλει θετικά στην καταστροφή καρκινικών κύτταρων που μπορεί να σχηματιστούν στην περιοχή των νεφρών, των πνευμόνων, του συκωτιού, του μαστού, καθώς και σε λευχαιμικά κύτταρα.
Εκτός όμως από την μεμονωμένη χρήση του δηλητηρίου για θεραπευτική αγωγή, στις αγορές του εξωτερικού κυκλοφορούν σκευάσματα που περιέχουν μίγματα άλλων προϊόντων κυψέλης και δηλητηρίου μελισσών. Έτσι για παράδειγμα στη Ν. Ζηλανδία από το 1996 έχει πάρει έγκριση για κυκλοφορία με την μορφή συμπληρώματος διατροφής ένα προϊόν που παρασκευάζεται από μίξη μελιού manuka και δηλητηρίου της μέλισσας. Το σκεύασμα αυτό χορηγείται για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων αρθρίτιδας και η δραστική ουσία του θεωρείται το δηλητήριο των μελισσών σε συγκέντρωση 20μg/g μελιού. Η συνιστώμενη δόση είναι δυο κουταλάκια του γλυκού ημερησίως με τελική κατανάλωση περίπου 400μg δηλητηρίου, δοσολογία που θεωρείται ικανοποιητική για ένα ενήλικο άτομο περίπου 75 kg. Στην ετικέτα του προϊόντος βέβαια αναφέρεται ότι άτομα με προδιάθεση για αλλεργία στο δηλητήριο της μέλισσας θα πρέπει να καταναλώνουν το προϊόν αυτό μετά από ιατρική συμβουλή, καθώς επίσης και ότι κατά την έναρξη της θεραπείας από οποιονδήποτε, η δοσολογία θα πρέπει αρχικά να είναι στο ¼ της συνιστώμενης με κλιμακωτή αύξηση.
Εικόνα 1: Προϊόντα που περιέχουν δηλητήριο της μέλισσας
Εκτός από τις κλινικές μελέτες ή τις εφαρμογές ενέσιμων μορφών ή άλλων προϊόντων δηλητηρίου (εικ. 1.), η χρήση του απευθείας κεντρίσματος των μελισσών ως θεραπευτικό μέσο έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα. Οι θεραπείες αυτές αφορούσαν κυρίως πόνους σε διάφορα σημεία των κλειδώσεων των οστών, όπου η απευθείας χρήση του κεντριού απαιτούσε την αγωγή με κεντρίσματα μελισσών για μερικές εβδομάδες (εικ. 2). Καθώς η δυνατότητα εύρεσης σε θεραπευτικούς χώρους ζωντανών μελισσών ήταν μικρή, η χρήση του δηλητηρίου άρχισε πλέον να πραγματοποιείται ενέσιμα με διαλύματα δηλητηρίου, που είτε είχε εξαχθεί απευθείας από το σάκο του δηλητήριου, είτε είχε συλλεχθεί με τη χρήση ειδικών συσκευών.
Εικόνα 2: Άμεση χρήση του δηλητηρίου της μέλισσας με απευθείας κέντρισμα
Παρά τις ευεργετικές δράσεις του δηλητηρίου υπάρχουν όμως και άτομα που εμφανίζουν αλλεργική αντίδραση μετά από ένα κέντρισμα μέλισσας. Η πρώτη αναφορά για θάνατο από Υμενόπτερο αφορά τον Φαραώ Μενίς και χρονολογείται τον 25ο αιώνα π.Χ. Σήμερα είναι γνωστό ότι ένα ποσοστό 1-5% του πληθυσμού παγκοσμίως είναι αλλεργικό στις μέλισσες, στις σφήκες και σε άλλα έντομα.
Η φυσιολογική αντίδραση σε τσίμπημα της μέλισσας είναι η δημιουργία μιας τοπικής αντίδρασης 3 – 5 cm που υποχωρεί σε μερικές ώρες. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις εμφανίζονται αλλεργικές αντιδράσεις που μπορούν να διακριθούν σε τρεις διαφορετικές μορφές ανάλογα με τα συμπτώματα και τη σοβαρότητα.
Μεγάλη τοπική αντίδραση: Μετά το τσίμπημα εμφανίζεται πρήξιμο σε αρκετά μεγάλη περιοχή κοντά στο κέντρισμα. Οι μεγάλες τοπικές αντιδράσεις δεν απειλούν την ζωή του ατόμου που έχει δεχθεί το κέντρισμα, αλλά μπορεί να απαιτείται φαρμακευτική αντιμετώπιση.
Ήπια συστηματική αναφυλαξία: Σε αυτή την περίπτωση εκτός από το πρήξιμο εμφανίζεται σε κάποιο σημείο του σώματος δερματικό εξάνθημα κνίδωσης.
Συστηματική αναφυλαξία: Αποτελεί τη σοβαρότερη μορφή αλλεργίας που εκδηλώνεται με τη μορφή αλλεργικού σοκ. Μεταξύ πέντε και τριάντα λεπτών μετά το κέντρισμα το άτομο εμφανίζει ερυθρότητα σε διάφορα σημεία του σώματος, δύσπνοια, ζάλη και μείωση της αρτηριακής πίεσης. Ανάλογα με τη σοβαρότητα του περιστατικού μπορεί να εμφανιστούν ναυτία, εμετός, λιποθυμία και σπασμοί.
Η φαρμακευτική αντιμετώπιση της αναφυλαξίας που προκαλείται από το κέντρισμα της μέλισσας περιλαμβάνει την επείγουσα υποδόρια χορήγηση αδρεναλίνης. Ανάλογα με τα συμπτώματα μπορεί να δοθούν και αντισταμινικά. Για άτομα που ασχολούνται με τη μελισσοκομία και συχνά βρίσκονται σε απομονωμένες περιοχές συστήνεται η αποθήκευση σε χώρο άμεσα προσβάσιμο συσκευής αυτόματης έγχυσης αδρεναλίνης που μπορεί να χρησιμοποιηθεί εύκολα αμέσως μετά το κέντρισμα από τον ίδιο το μελισσοκόμο.
Τα άτομα που εμφανίζουν προβλήματα αλλεργίας και ειδικότερα αν προέρχονται από τον μελισσοκομικό κόσμο δεν είναι απαραίτητο να εγκαταλείψουν το επάγγελμα τους. Υπάρχει δυνατότητα απευσθητοποίησης με ποσοστά επιτυχίας που ξεπερνούν το 90%. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας ο ασθενής αρχικά υποβάλλεται σε μικρές εβδομαδιαίες δόσεις ενέσιμων σκευασμάτων που εμπεριέχουν δηλητήριο της μέλισσας. Οι δοσολογία τις επόμενες εβδομάδες αυξάνεται ανάλογα με τις αντιδράσεις που εμφανίζονται κάθε φορά. Η συχνότητα των εγχύσεων στη συνέχεια μειώνεται, αλλά η συνολική θεραπεία απευσθητοποίησης διαρκεί τουλάχιστον τρία έτη. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, στην πράξη το ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς «εκπαιδεύεται» με αποτέλεσμα να εξαλείφονται τα συμπτώματα από την εισαγωγή του δηλητηρίου κατά τη διάρκεια του κεντρίσματος των μελισσών. Έτσι μετά το τέλος της επιτυχούς ανοσοθεραπείας ο ασθενής μπορεί να επιστρέψει στα μελισσοκομικά του καθήκοντα.
Παρά το γεγονός ότι η συχνότητα των σοβαρών αλλεργικών αντιδράσεων από υμενόπτερα κυμαίνεται σε χαμηλά ποσοστά, εντούτοις η προληπτική διαγνωστική προσέγγιση των πιθανών αντιδράσεων ειδικότερα σε άτομα που ασχολούνται με την μελισσοκομία συμβάλλει στην λήψη προστατευτικών μέτρων. Η διαδικασία αυτή αποσκοπεί στο να διαπιστωθεί ο βαθμός ευαισθησίας μέσω λήψεως ιστορικού και πραγματοποίησης δερματικών δοκιμασιών. Κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών πραγματοποιούνται εγχύσεις διαλυμάτων δηλητηρίου διαφορετικής συγκέντρωσης και παρατηρούνται οι αντιδράσεις.
Αν και η χρήση του δηλητηρίου της μέλισσας για θεραπευτικούς σκοπούς, είτε ως διάλυμα, είτε με τη μορφή του κεντρίσματος πραγματοποιείται στην παραδοσιακή ιατρική εδώ και χιλιάδες χρόνια, εντούτοις στην Ευρώπη και την Β. Αμερική η μοναδική νόμιμη χρήση του είναι στον τομέας της ανοσοθεραπείας ατόμων που είναι αλλεργικά στο τσίμπημα της μέλισσας.
Βιβλιογραφία
Castro H. J., Mendez-Inocencio J. I., Omidvar B., Omidvar J., Santilli J., Nielsen H. S., Pavot A. P., Richert J R, Bellanti J. A. (2005) A phase I study of the safety of honeybee venom extract as a possible treatment for patients with progressive forms of multiple sclerosis. Allergy and Asthma Proceedings 26 (6): 470-476.
Hauser R. A., Daguio M., Wester D., Hauser M., Kirchman A., Skinkis C. (2001) Bee-venom therapy for treating multiple sclerosis: a clinical trial. Alternative & Complementary Therapies (Feb.):37-45.
Application for the approval of manuka honey with added bee venom: Regulation (EC) No 258/97 of the European Parliament and the Council of 27th January 1997 concerning novel foods and novel food ingredients
Αρκετά έντομα, όπως οι μέλισσες, τα μυρμήγκια και οι σφήκες διαθέτουν στο σώμα τους ένα ιδιαίτερο σύστημα που σχετίζεται με τη δυνατότητά τους να κεντρίζουν. Η αντίδραση αυτή κυρίως αποδίδεται στην προσπάθειά τους να προστατεύσουν τον εαυτό τους, αλλά και κατ’ επέκταση σε περιπτώσεις κοινωνικών εντόμων, ολόκληρη την αποικία τους. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις εντόμων ή άλλων ζωντανών οργανισμών (κουνούπια, αράχνες, ερπετά κ.α. ) που χρησιμοποιούν δηλητηριώδεις εκκρίσεις όχι για να αμυνθούν, άλλα προκειμένου να ακινητοποιήσουν ένα οργανισμό και να εξασφαλίσουν από αυτόν τα απαραίτητα για τη διατροφή τους θρεπτικά συστατικά. Έτσι για παράδειγμα οι αράχνες της οικογένειας Theraphosidae, γνωστές ως ταραντούλες διαθέτουν ένα αδενικό σύστημα που καταλήγει στη στοματική τους κοιλότητα και παράγει δηλητήριο ικανό να ακινητοποιήσει το θήραμά τους. Με τον τρόπο αυτό σε συνδυασμό με τους πολύπλοκους ιστούς που κατασκευάζουν εξασφαλίζουν την τροφή τους. Τα κουνούπια επίσης κατά τη διάρκεια του τσιμπήματος εκκρίνουν αντιπηκτικές ουσίες που βοηθούν την άντληση του αίματος από το σώμα μας προκαλώντας σε εμάς φαγούρα.
Το κεντριοφόρο σύστημα της μέλισσας
Το κεντριοφόρο σύστημα θεωρείται ότι είναι αποτέλεσμα εξελικτικών σταδίων κάποιου τμήματος του αναπαραγωγικού συστήματος των θηλυκών ατόμων, γι’ αυτό και κεντρί διαθέτουν μόνο οι εργάτριες και η βασίλισσα. Βρίσκεται στο πίσω μέρος της κοιλιακής χώρας και μόνο ένα μικρό τμήμα του, σαν βέλος είναι ορατό εξωτερικά (εικ. 1).
Εικόνα 1: Το κεντρί της μέλισσας
Ειδικότερα το κεντριοφόρο σύστημα της μέλισσας αποτελείται: α) Από το σκληρό χιτινώδης τμήμα που είναι σε μας γνωστό ως κεντρί, β) το σάκο του δηλητηρίου όπου συγκεντρώνεται το δηλητήριο, γ) τον αδένα του δηλητηρίου που τροφοδοτεί το σάκο εκβάλλοντας στο επάνω μέρος του, δ) τον αδένα Dufour που φαίνεται να λειτουργεί κυρίως ως βοηθητικός αδένας συναγερμού, ε)ένα γάγγλιο που αποτελεί σύμπλεγμα νεύρων που μπορούν να λειτουργούν αυτόνομα και ε)ένα ενισχυμένο μυϊκό σύστημα.
Μηχανισμός κεντρίσματος
Όταν οι μέλισσες αντιληφθούν ότι απειλείται η ζωή τους ή η αποικία τους αμύνονται χρησιμοποιώντας το κεντρί τους. Καθώς το κεντρί διεισδύει στο δέρμα του «εισβολέα» τα άγκιστρα που διαθέτει εγκλωβίζονται στον μυϊκό ιστό με αποτέλεσμα όταν το έντομο προσπαθήσει να φύγει, ολόκληρο το κεντριοφόρο σύστημα να αποσπάται (εικ. 2).
Εικόνα 2: Μηχανισμός κεντρίσματος της μέλισσας (http://beestings.net/how_a_bee_stings.htm)
Το τελευταίο κοιλιακό γάγγλιο που βρίσκεται στο αποσπασμένο σύστημα προκαλεί συσπάσεις στους μύες ώστε το κεντρί να εισχωρεί βαθύτερα και ο σάκος του δηλητηρίου να αδειάσει. Σε αυτό αποδίδεται η συνήθης και προτεινόμενη κίνηση απόσπασης του κεντριού αμέσως μετά το κέντρισμα, καθώς έτσι δεν επιτρέπουμε την είσοδο μεγάλης ποσότητας δηλητηρίου στο σώμα μας. Παράλληλα κατά τη διάρκεια του κεντρίσματος εκκρίνονται φερομόνες συναγερμού που «σημαδεύουν» τον εισβολέα μετατρέποντάς τον σε κινητό στόχο. Για αυτό και αμέσως μετά από ένα κέντρισμα βλέπουμε πολλές μέλισσες να κατευθύνονται προς το σημείο στόχο. Στην επικάλυψη αυτών των φερομονών οφείλεται και η πρακτική των μελισσοκόμων να καπνίζουν το σημείο τσιμπήματος αμέσως μετά την έξοδο του κεντριού, ώστε με την οσμή του καπνού να επικαλύπτουν το άρωμα των ουσιών αυτών και να αποτρέπουν την επίθεση από άλλες μέλισσες.
Το δηλητήριο παράγεται και συγκεντρώνεται στο σάκο του δηλητηρίου από τη στιγμή της εκκόλαψης της μέλισσας και η μέγιστη ποσότητα παραγωγής (~ 0,3mg) σημειώνεται μετά από περίπου 12 μέρες. Καθώς η μέλισσα μεγαλώνει ηλικιακά ο αδένας παράγει ολοένα και μικρότερη ποσότητα δηλητηρίου με αποτέλεσμα οι εκκρίσεις να σταματούν μετά από περίπου 20 μέρες. Επομένως ηλικιωμένες εργάτριες δεν μπορούν να ξαναγεμίσουν το σάκο τους και άρα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην επαναλήψιμη συλλογή δηλητηρίου.
Φυσικές ιδιότητες και σύσταση του δηλητηρίου
Όσον αφορά τα φυσικά του χαρακτηριστικά, το δηλητήριο είναι ένα άχρωμο, άοσμο, διαφανές, όξινο υγρό το οποίο όταν χάσει την υγρασία του μετατρέπεται σε μια λευκή-υποκίτρινη σκόνη που αποκτά σκουρότερη απόχρωση (μέχρι και καφέ) καθώς έρχεται σε επαφή με τον αέρα και οξειδώνεται.
Το δηλητήριο της μέλισσας αποτελείται από πολλά συστατικά διαφορετικής χημικής δομής και η σύστασή του αποτέλεσε και αποτελεί αντικείμενο διεξοδικής μελέτης, καθώς πολλά από αυτά σχετίζονται με τη θεραπευτική του δράση. Το μεγαλύτερο σε ποσότητα συστατικό του είναι το νερό (>80%), ενώ το υπόλοιπο περιέχει κυρίως συστατικά πρωτεϊνικής προέλευσης (εικ. 3).
Εικόνα 3: Χημική σύσταση του δηλητηρίου (Shipolini, 1984, Dotimas and Hider 1987)
Τα βασικότερα συστατικά που σχετίζονται με τις αλλεργικές δράσεις ή με τις θεραπευτικές δράσεις του δηλητηρίου είναι:
Μελιτίνη: Πρόκειται για πεπτίδιο που αποτελείται από 26 αμινοξέα και βρίσκεται σε ποσοστό περίπου 50% επί ξηρού στο δηλητήριο της μέλισσας. Συνδέεται με την απελευθέρωση ισταμίνης, η οποία σχετίζεται με την εκδήλωση αλλεργικής αντίδρασης.
Φωσφολιπάση Α2: Πρόκειται για ένζυμο που καταλύει τη διάσπαση των φωσφολιπιδιών σε αραχιδονικό οξυ και λυσοφωσφολιπίδια και συνδέεται με την εμφάνιση φλεγμονής και πόνου κατά το τσίμπημα της μέλισσας.
Υαλουρονιδάση: Είναι ενζυμικής φύσης χημική ουσία που υδρολύει τη διάσπαση του υαλουρονικού οξέος αυξάνοντας τη διαπερατότητα των ιστών.
Απαμίνη: Πρόκειται για ένα πεπτίδιο 16 αμινοξέων που αυξάνει την παραγωγή κορτιζόλης (υδροκορτιζόνη) στα επινεφρίδια, χημική ένωση που αποτελεί τη δραστική μορφή της κορτιζόνης και παράγωγο το οποίο έχει αντιφλεγμονώδης, ανοσοκατασταλτική και αναλγητική δράση.
Διαφορές στη σύσταση του δηλητηρίου της μέλισσας
Η χημική σύσταση του δηλητηρίου μεταβάλλεται στα διάφορα ηλικιακά στάδια της μέλισσας. Έτσι για παράδειγμα η φωσφολιπάση Α2 κατά τη στιγμή της έκδυσης βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, ενώ στη συνέχεια αυξάνεται για να φτάσει στη μέγιστη τιμή της τη δέκατη μέρα. Διαφορές στην πρωτεϊνική σύσταση του δηλητηρίου έχουν εντοπιστεί, τόσο μεταξύ των διαφόρων φυλών, όσο και μεταξύ των εποχών. Σε αυτές τις διαφορές μπορεί να αποδοθούν οι μαρτυρίες των μελισσοκόμων για διαφορετικά συμπτώματα μετά από κέντρισμα των ίδιων μελισσιών σε διαφορετικές εποχές.
Διαφορές ανάμεσα στο κέντρισμα της μέλισσας και της σφήκας
Η διαφορά μεταξύ ενός κεντρίσματος από μέλισσα και ενός κεντρίσματος από σφήκα έγκειται αρχικά στο μηχανισμό λειτουργίας το κεντριού. Η έλλειψη άγκιστρων στο κεντρί των σφηκών έχει ως αποτέλεσμα τη δυνατότητα επαναλαμβανόμενων κεντρισμάτων από το έντομο χωρίς αυτό να οδηγείται στο θάνατο, ενώ αντίθετα το κέντρισμα της μέλισσας συνοδεύεται με την απόσπαση ενός τμήματος της κοιλιακής χώρας, με αποτέλεσμα αυτή να πεθαίνει. Παράλληλα η επιθετική αυτή συμπεριφορά των μελισσών εκδηλώνεται κυρίως κοντά στην κυψέλη, ενώ οι σφήκες μπορούν να βρεθούν και να κεντρίσουν σε μεγάλες αποστάσεις από τη φωλιά τους και να παραβρεθούν αναζητώντας την τροφή τους σε οποιαδήποτε φάση της ανθρώπινης δραστηριότητας. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που χρειάζεται να απομακρύνουμε σφήκες την ώρα που καθαρίζουμε ψάρια ή τρώμε στην ύπαιθρο. Διαφορές επίσης υπάρχουν στη χημική σύσταση των δύο δηλητηρίων με τις περισσότερες να εντοπίζονται στα πεπτίδια που περιέχουν. Στη βιβλιογραφία αναφέρεται ότι νευρική ανεπάρκεια ή θάνατος μπορεί να προκληθεί από 20-200 κεντρίσματα σφηκών, ενώ στην περίπτωση των μελισσών απαιτούνται 150-1000 τσιμπήματα, τονίζοντας ότι ιδιαίτερα επιρρεπείς είναι τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι. Το δηλητήριο της μέλισσας είναι όξινο, ενώ της σφήκας βασικό, παρόλα αυτά όμως η είσοδός του βαθιά μέσα τον μυϊκό ιστό και στις δύο περιπτώσεις και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα δεν επιτρέπει την πλήρη εξουδετέρωσή του με χρήση αλκαλικών ή όξινων αντίστοιχα σκευασμάτων.
Μέθοδοι παραγωγής δηλητηρίου
Στα πρώτα βήματα χρήσης του δηλητηρίου της μέλισσας για θεραπευτικούς σκοπούς γινόταν χρήση του απευθείας κεντρίσματος σε ενδεδειγμένες περιοχές του ανθρώπινου σώματος. Τα ευεργετικά αποτελέσματα αυτού του προϊόντος οδήγησαν τον άνθρωπο στην προσπάθεια συλλογής δηλητηρίου. Αρχικά για το σκοπό αυτό γινόταν αφαίρεση του σάκου του δηλητηρίου ή πίεση της κοιλιακής χώρας με συγκέντρωση μικρών σταγόνων. Στα μέσα του 20ου αιώνα άρχισε η προσπάθεια συλλογής με διέγερση των μελισσών με ηλεκτρικό ρεύμα. Με το πέρασμα των χρόνων και καθώς ξεκίνησε να δίνεται βαρύτητα όχι μόνο στην ποσότητα, αλλά και στην ποιότητα του δηλητηρίου η εφαρμογή του ηλεκτρικού ρεύματος συνδυάστηκε με μεθόδους συλλογής παρουσία νερού ή υπό πολύ χαμηλές θερμοκρασίες προκειμένου να διατηρηθούν κατά το δυνατό αναλλοίωτα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του προϊόντος.
Σήμερα το δηλητήριο συλλέγεται πάνω σε γυάλινη επιφάνεια με τη βοήθεια συσκευών που διοχετεύουν ρεύμα μικρής τάσης. Η συσκευή τοποθετείται στην είσοδο της κυψέλης και καθώς οι μέλισσες διεγείρονται από το ηλεκτρικό ρεύμα που διέρχεται από αντιστάσεις που είναι τοποθετημένες πάνω σε ένα κομμάτι γυαλιού, αφήνουν σταγόνες δηλητηρίου πάνω σε αυτό. Οι ίδιες οι μέλισσες δεν θανατώνονται, καθώς τα άγκιστρα του κεντριού τους δεν έχουν την δυνατότητα να δεσμευτούν στη λεία επιφάνεια του γυαλιού και έτσι το κεντριοφόρο σύστημα δεν αποσπάται. Το γεγονός αυτό δίνει τη δυνατότητα στις νεαρές εργάτριες να ξαναγεμίσουν το σάκο του δηλητηρίου και οι μέλισσες να είναι παραγωγικές για δεύτερη φορά. Οι συσκευές αυτές εξασφαλίζουν συνήθως την ενέργεια που χρειάζονται από μπαταρίες αυτοκινήτου. Το υγρό στην αρχή δηλητήριο, στερεοποιείται στη συνέχεια και συλλέγεται με τη μορφή σκόνης χρησιμοποιώντας ένα ξυράφι. Κατά τη διάρκεια της συλλογής ο μελισσοκόμος θα πρέπει να λαμβάνει προστατευτικά μέτρα, όπως γάντια και μάσκα, ώστε να αποφεύγεται η απευθείας επαφή και εισπνοή. Πρόκειται για μια μέθοδο που δεν θανατώνει τις μέλισσες, αλλά τις κάνει πολύ επιθετικές, γι’ αυτό και μελίσσια που θα χρησιμοποιηθούν για το σκοπό αυτό θα πρέπει να τοποθετούνται μακριά από κατοικημένες περιοχές.
Εικόνα 4: Συσκευή συλλογής δηλητηρίου
Όσον αφορά τις αποδόσεις κατά τη συλλογή του δηλητηρίου υπολογίζεται ότι σε κάθε κέντρισμα μπορούν να αποτεθούν 0,1 mg και επομέμως προκειμένου να συλλεχθεί 1g δηλητηρίου απαιτούνται 10.000 κεντρίσματα. Πρακτικά για τη συλλογή αυτής της ποσότητας απαιτούνται είκοσι κυψέλες, οι οποίες θα υποστούν διέγερση για 2 ώρες. Πειραματικές μελέτες έχουν δείξει ότι ο αποδοτικότερος κύκλος συλλογής είναι 15 min διέγερση για τρεις μέρες και επανάληψη του κύκλου μετά από 2-3 εβδομάδες.
Συμπερασματικά διαπιστώνεται ότι το δηλητήριο της μέλισσας είναι ένα προϊόν πολύπλοκης χημικής σύνθεσης για το οποίο λόγω των θεραπευτικών του δράσεων παρουσιάζεται έντονο ενδιαφέρον. Επειδή όμως η διάθεσή του πραγματοποιείται σε συγκεκριμένους και εξειδικευμένους αγοραστές πριν την έναρξη της συλλογής του από τους μελισσοκόμους θα πρέπει να εξασφαλίζεται η πώληση του. Αν και οι δυσκολίες διάθεσης του στην αγορά στην πράξη είναι μεγάλες, εντούτοις τα τελευταία χρόνια παρατηρείται στροφή προς τη χρήση του δηλητηρίου με απευθείας εφαρμογή του κεντρίσματος των μελισσών.
-Κατανάλωση μελιού ανά κάτοικο 1,1 κιλό
-Παραγωγή μελιού στη Γερμανία 25.000 τόνοι
-Κάλυψη κατανάλωσης από εγχώρια παραγωγή 25 με 30%
-Εισαγωγές 70.000 τόνοι
-Τιμή εισαγόμενου μελιού από μη ευρωπαϊκές χώρες 1,25 Ευρώ/kg
-Τιμή εισαγόμενου μελιού από άλλες ευρωπαϊκές χώρες 2 έως 3 ευρώ/kg
-Τιμή μελιού από Γερμανούς μελισσοκόμος προς τυποποιητές 3 έως 4 ευρώ /kg
-Τιμή μελιού από μελισσοκόμο προς μελισσοκόμο 5 ευρώ/kg
Τιμές στο ράφι
-Εισαγόμενο από όλο τον κόσμο (αυτό που αγοράστηκε με 1,25 ευρώ) 5 ευρώ/kg
-Εισαγόμενο από άλλες ευρωπαϊκές χώρες (αγοράστε και 2 με 3 ευρώ) 9 ευρώ/kg
-Τιμή μελιού γερμανικής προέλευσης 12 ευρώ /kg
-Τιμή μελιού από μελισσοκόμο προς καταναλωτή 15 ευρώ /kg.
Άλλα στοιχεία:
Μελισσοκόμοι ερασιτέχνες και ημιεπαγγελματίες (πάντα στη Γερμανία) 120.000
Μελισσοκόμοι κατά κύριο επάγγελμα …500
Μελίσσια συνολικά στη χώρα 1.000.000
DBJ 6/2019
Ομοιότητες και διαφορές στην κρίση σας. Εκείνο που θέλουμε να τονίσουμε εδώ είναι ότι η τιμή του εισαγόμενου μελιού από τρίτες χώρες, δηλαδή 1,25 ευρώ, πρέπει να ισχύει και για τη χώρα μας. Δεν γνωρίζουμε το δρόμο που παίρνει στην ελληνική αγορά το μέλι αυτό και πολλές φορές δεν υπάρχει μέθοδος να αποδειχθεί ότι ένα μέλι στο βάζο είναι ελληνικό ή εισαγόμενο.
Αυτό είναι πρόβλημα που πρέπει να λυθεί
Απορίες και διευκρινίσεις σχετικά με το άρθρο ή με όποιο άλλο θέμα θέλετε επικοινωνήστε με το περιοδικό Μελισσοκομική Επιθεώρηση πατώντας εδώ.
Για την κατάρτισή σας, επιλέξτε πηγές πληροφόρησης με επιστημονικά τεκμηριωμένη γνώση
Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies. Με τη χρήση της ιστοσελίδας μας, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. OKΠερισσότερα
Privacy & Cookies Policy
Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή τους χωρίς την γραπτή άδεια του εκδότη.