Οι παχιές και οι αδύνατες μέλισσες | ΟΙ ΠΡΩΤΕΪΝΟΥΧΕΣ ΤΡΟΦΕΣ ΣΤΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΜΕΛΙΣΣΑΣ

Τα άρθρα της ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του περιοδικού και δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευσή τους χωρίς την γραπτή άδεια του εκδότη.

Εμμανουήλ Τσαγγούρης και Πασχάλης  Χαριζάνης
Εργαστήριο Σηροτροφίας και Μελισσοκομίας
Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ένα μελίσσι στις εύκρατες περιοχές ξεκινά την εκτροφή γόνου κατά τα τέλη του χειμώνα με τα πρώτα άνθη που εμφανίζονται. Η απαραίτητη ποσότητα πρωτεΐνης για την εκτροφή του γόνου προέρχεται από τη γύρη που οι μέλισσες έχουν αποθηκεύσει στις κηρήθρες και από τα αποθέματα πρωτεΐνης στο σώμα τους. Η ισορροπημένη διατροφή του μελισσιού ασκεί πολύπλευρο ρόλο στην κοινωνική του οργάνωση και αυξάνει τη διάρκεια ζωής των εργατριών. Οι παραμάνες εργάτριες είναι αυτές που καταναλώνουν πιο πολύ γύρη, πέπτουν και απορροφούν το πρωτεϊνικό περιεχόμενο της γύρης, μετατρέποντας το σε βασιλικό πολτό.

Η γύρη αποτελεί την κύρια πηγή πρωτεϊνών, αμινοξέων, λιπιδίων, βιταμινών και ανοργάνων αλάτων για τις μέλισσες. Η γύρη υψηλού πρωτεϊνικού περιεχομένου αυξάνει τη μακροζωία των εργατριών. Όμως η επαρκής ποσότητα ισορροπημένης γύρης είναι αυτή που δημιουργεί υγειές και δυνατό μελίσσι.

 

ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΡΩΤΕΪΝΩΝ ΣΤΟ ΜΕΛΙΣΣΙ

Ανάλογα με την περιοχή της Ελλάδος (Βόρεια ή Νότια), ο πληθυσμός ενός φυσικά αναπτυσσόμενου μελισσιού, εμφανίζει αύξηση την άνοιξη, μειώνεται απότομα από τη σμηνουργία, ακολουθεί μια θερινή μείωση του πληθυσμού, σταθερή πορεία του το φθινόπωρο και καταλήγει να έχει τον μικρότερο πληθυσμό στο τέλος του χειμώνα.

Η χειμερινή αυτή μείωση του πληθυσμού, έρχεται φυσιολογικά επειδή δεν παράγεται αρκετός γόνος και οι γηραιότερες συλλέκτριες μέλισσες εμφανίζουν χαμηλές συγκεντρώσεις βιτελλογενίνης, η οποία συνδέεται άμεσα με τη μακροβιότητα της μέλισσας, σε σχέση με τις λιγότερες και νεότερες παραμάνες μέλισσες που την παράγουν στους υποφαρυγγικούς αδένες τους, για την εκτροφή του γόνου (Seechus et al., 2006).

Όταν έχουμε λίγες πρωτεΐνες στην κυψέλη (έλλειψη γύρης), τότε οι  νεαρές μέλισσες μετατρέπονται πρώιμα από παραμάνες σε συλλέκτριες μέλισσες (Nelson et al., 2007).  Οι εργάτριες ξεκινούν πρώιμα τη συλλογή τροφής και γηράσκουν πιο γρήγορα.

Η κατανάλωση γύρης, από τις παραμάνες ενός φυσιολογικού μελισσιού, αυξάνει μέχρι ένα μέγιστο που τοποθετείται στο διάστημα από την 3η μέχρι την 10η ημέρα της ζωής τους, παραμένει σε υψηλά επίπεδα μέχρι περίπου την 20η ημέρα, ενώ με τη μετάταξη τους σε συλλέκτριες, μειώνεται δραστικά. Συνεπώς οι εργάτριες ανταποκρίνονται στην παρουσία του γόνου προσαρμόζοντας τη διατροφική συμπεριφορά τους και τη φυσιολογική λειτουργία τους, προς όφελος του μελισσιού (Hrassnigg and Crailsheim, 1998).

ΘΡΕΠΤΙΚΗ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΓΥΡΗΣ ΣΤΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΜΕΛΙΣΣΑΣ

 Οι μέλισσες για να καλύψουν τις διατροφικές τους ανάγκες, ώστε να επιτύχουν μια φυσιολογική ανάπτυξη και εξέλιξη, χρειάζονται κάποια θρεπτικά στοιχεία όπως πρωτεΐνες, υδατάνθρακες, ανόργανα άλατα, λίπη (λιπίδια), βιταμίνες και νερό. Η γύρη αποτελεί την κύρια πηγή σε πρωτεΐνες, ανόργανα άλατα, λιπίδια και βιταμίνες για τις μέλισσες (Somerville, 2001).

Η μεγαλύτερη ποσότητα της συλλεγόμενης γύρης στο μελίσσι, καταναλώνεται από τις εργάτριες μέλισσες, οι οποίες με τη σειρά τους τροφοδοτούν τη βασίλισσα, τους κηφήνες και το γόνο με πολτούς εξειδικευμένης σύνθεσης ανάλογα με την κάστα για την οποία προορίζονται (Εικ.1&2). Το υψηλό περιεχόμενο σε πρωτεΐνη των πολτών αυτών, προέρχεται από τις εκκρίσεις των υποφαρυγγικών αδένων των παραμάνων εργατριών (Keller et al., 2004).

Η γύρη περιέχει επίσης, σε ένα ποσοστό 1-7% ξηράς ουσίας, διάφορα ανόργανα άλατα όπως ο φώσφορος, το κάλιο, το μαγνήσιο, το νάτριο, το ασβέστιο, το θείο, ο σίδηρος, ο ψευδάργυρος, ο χαλκός, το μαγγάνιο, το αργίλιο, το κάδμιο, το χρώμιο, ο μόλυβδος, το νικέλιο, το σελήνιο, αρκετά όμως από αυτά σε ίχνη. Λίγα είναι γνωστά για τις ανάγκες της μέλισσας σε ανόργανα άλατα. Ωστόσο, όλα τα έντομα χρειάζονται σημαντικές ποσότητες καλίου, φωσφόρου και μαγνησίου ενώ ενισχυμένες δίαιτες με ανόργανα άλατα αύξησαν την εκτροφή γόνου όταν αυτά στην τροφή ήταν σε ποσοστό 0,5-1%.

 

Εικόνα 1. Γύρη σε κελιά (μελισόψωμο) εφεδρεία πρωτεΐνης για την εκτροφή του γόνου.
Εικόνα 1. Γύρη σε κελιά (μελισόψωμο) εφεδρεία πρωτεΐνης για την εκτροφή του γόνου.
Εικόνα 2. Οι μέλισσες συχνά αποθηκεύουν τη γύρη δίπλα στο γόνο που εκτρέφουν.  
Εικόνα 2. Οι μέλισσες συχνά αποθηκεύουν τη γύρη δίπλα στο γόνο που εκτρέφουν.

ΠΕΨΗ, ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΓΥΡΗΣ ΣΤΟ ΜΕΛΙΣΣΙ

Η γύρη καταναλώνεται από τις μέλισσες είτε νωπή είτε ως υποκατάστατο. Η αξία της καθορίζεται από το πόσο εύκολα μπορεί να αφομοιώνεται από τον οργανισμό της μέλισσας. Η αφομοίωση της είναι γενικά δύσκολη λόγω των διαφόρων αδιάβροχων και αδιάλυτων στρώσεων του κυτταρικού τοιχώματος που περιβάλλουν τους κόκκους της (Keller et al., 2004).

Η πέψη της γύρης αρχίζει όταν αυτή εισέλθει στο στομάχι (μεσέντερο) όπου υπάρχουν τα διάφορα πρωτεολυτικά ένζυμα. Μπορεί να διαρκέσει από μερικές ώρες έως περισσότερο της μιας μέρας και εξαρτάται από την ποσότητα της τροφής που υπάρχει εκεί και την ηλικία της εργάτριας. Η πιο γρήγορη πέψη παρατηρείται στις παραμάνες μέλισσες, μειώνεται στις συλλέκτριες και η χαμηλότερη παρατηρείται στις χειμερινές μέλισσες (Crailsheim, 1990).

Κάθε μέλισσα καταναλώνει από 3 έως 4,5 mg γύρη την ημέρα και η μεγαλύτερη ποσότητα παρατηρείται τις 5 πρώτες μέρες μετά την έξοδο της από το κελί. Μια εργάτρια για να ολοκληρώσει την ανάπτυξη της (από αυγό μέχρι έξοδο από το κελί) καταναλώνει 160-180 mg γύρης. Συνεπώς, ένα μελίσσι με ετήσια παραγωγή 50.000-100.000 μελισσών το έτος καταναλώνει 9 έως 17  κιλά  γύρης (Keller et al., 2004).

 

ΠΗΓΕΣ ΘΡΕΠΤΙΚΗΣ ΓΥΡΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΛΙΣΣΑ

Ο κάθε μελισσοκόμος πρέπει να επιδιώκει τη μεταφορά των μελισσιών του σε περιοχές όπου ανθοφορούν φυτά με θρεπτική γύρη (οπωροφόρα δένδρα, καστανιά, ρείκι κλπ.). Αυτά τα φυτά είναι γνωστά σε κάθε περιοχή καθώς και η περίοδος ανθοφορίας τους.

Συχνά παρατηρείται το φαινόμενο μια ανθοφορία (πχ πεύκο, έλατο) να μην παρέχει ικανή ποσότητα γύρης ώστε ακόμη και να υπάρχει πολλή μελιτοφορία να μη μπορεί το μελίσσι να διατηρηθεί δυνατό. Αν υπάρχουν φυτά με χαμηλής ποιότητας γύρη  τότε αδυνατίζουν το μελίσσι. Μεγαλύτερο πρόβλημα προκύπτει αν ένα φυτό με φτωχή γύρη αποτελεί τη μοναδική πηγή γύρης για το μελίσσι. Αν όμως υπάρχουν πάνω από τρία είδη φυτών μια τέτοια γύρη, δεν θα περιορίσει την ανάπτυξη ενός μελισσιού (Somerville, 2005).

ΤΡΟΦΟΔΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΛΙΣΣΩΝ ΜΕ ΠΡΩΤΕΪΝΗ

Για να επιτευχθεί καλή παραγωγή μελιού, ένα μελίσσι πρέπει να έχει πολύ πληθυσμό με ενήλικες μέλισσες και επίσης πολύ γόνο για μελλοντικό πληθυσμό που σημαίνει πως απαιτούνται μεγάλες ποσότητες νέκταρος και γύρης. Επίσης, μέλισσες με υψηλές συγκεντρώσεις ολικής πρωτεΐνης στο σώμα τους, ζουν περισσότερο και άρα συλλέγουν περισσότερο και παράγουν περισσότερο. Συνεπώς, γνωρίζοντας τις ανάγκες ενός μελισσιού και τροποποιώντας τη θρεπτική του κατάσταση είναι δυνατόν να μεγιστοποιήσουμε την παραγωγή του (Somerville, 2005).

Η ανάπτυξη ενός μελισσιού διαφοροποιείται τόσο από περίοδο σε περίοδο όσο και από περιοχή σε περιοχή οπότε η προσθήκη υποκατάστατου ή αντικατάστατου γύρης διαφοροποιείται ανάλογα με τις ανάγκες διατροφής του. Ένα αδύνατο μελίσσι στις αρχές της άνοιξης με λιγοστές πτήσεις λόγω καιρού και μικρό αριθμό συλλεκτριών έχει την ανάγκη προσθήκης πρωτεΐνης. Η παρουσία σημαντικών μελισσοκομικών φυτών σε μία περιοχή δεν αποτελεί από μόνη της ικανή συνθήκη για τη διατήρηση ενός μελισσιού.

Η γύρη, η ιδανική τροφή για τις μέλισσες, δεν είναι φυσικώς, πάντοτε διαθέσιμη σ’ αυτές, ούτε σε ποσότητα, ούτε σε ποιότητα απαραίτητη για να διατηρήσουν τον πληθυσμό τους και τη δύναμη τους. Συνεπώς, είναι απαραίτητη κατά περίπτωση η τροφοδότηση των μελισσιών με γύρη, πριν η έλλειψη της εμφανίσει συμπτώματα στην κυψέλη.

Σε περιόδους που η γυρεοσυλλογή είναι έντονη, σε δυνατό μελίσσι, με έλλειψη χώρου για την εκτροφή του γόνου, τότε η συλλογή γύρης με γυρεοπαγίδες είναι επιβεβλημένη, για τη χρησιμοποίησή της σε περίοδο ξηρασίας (έλλειψη γύρης). Επίσης με τη συλλογή γύρης σε περίοδο έντονης ανθοφορίας μειώνουμε το φαινόμενο της σμηνουργίας.

Ο κάθε μελισσοκόμος πρέπει να χρησιμοποιεί δική του γύρη. Ποτέ δεν συλλέγουμε γύρη από άρρωστα μελίσσια. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος μετάδοσης ασθενειών όπως της Αμερικανικής Σηψιγονίας (Paenibacillus larvae) και της Ασκοσφαίρωσης (Ascophaera apis). Η γύρη αγνώστου προέλευσης και αμφιβόλου υγιεινής κατάστασης θα πρέπει να αποφεύγεται.

Η φρεσκοσυλλεχθείσα γύρη περιέχει 20–25% υγρασία και αποτελεί περιοριστικό παράγοντα για την αποθήκευση της. Για τον παραπάνω λόγο ή πρέπει να αποξηραθεί ή να διατηρηθεί στον καταψύκτη (-15°C) (Εικ. 3).  Η αποξήρανση δεν καταφέρνει να διατηρήσει τη θρεπτική της αξία. Η κατάψυξη μέχρι  ένα χρόνο εξασφαλίζει την καλή της διατήρηση, όμως μετά το δεύτερο χρόνο αποθήκευσής της οι βιταμίνες και τα λίπη οξειδώνονται και η γύρη αρχίζει σταδιακά να χάνει τη θρεπτικότητά της.

Μία άλλη μέθοδος διατήρησης της γύρης για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα είναι η επεξεργασία της σε γυρεόπιττα. Η διαδικασία παραγωγής της στηρίζεται στη γαλακτική ζύμωση της γύρης και βελτιώνει σημαντικά τη θρεπτική της αξία με το χρόνο. Η αναλογία των υλικών είναι 10 μέρη γύρη, 1,5 μέλι, 2,5 νερό και ελάχιστη ποσότητα ξηρού γαλακτικού οξέος. Το μείγμα διατηρείται αρχικά για 2-3 ημέρες στους 28-32 °C για την προαγωγή της γαλακτικής ζύμωσης και μετά στους 20 °C για 10 περίπου μέρες ώστε να ολοκληρωθεί ομαλά η ζύμωση. Η γύρη που προκύπτει, διατηρεί τη θρεπτικότητα της για μεγάλο χρονικό διάστημα (Somerville, 2005).

Υπάρχουν στο εμπόριο διάφορα πρωτεϊνούχα υλικά που χρησιμοποιούνται για να αντικαταστήσουν τη γύρη. Ένα αντικατάστατο γύρης πρέπει να είναι ελκυστικό στη μέλισσα, να έχει υψηλή θρεπτική αξία, να μην περιέχει τοξικά συστατικά, να είναι διαθέσιμο σε επαρκείς ποσότητες και να έχει χαμηλό κόστος (Εικ. 4&5). Να είναι πολύ καλά αλεσμένο ώστε το μέγεθος των τεμαχιδίων να είναι μικρότερο των 500 μm για να μπορεί να το καταναλώνει η μέλισσα (Somerville, 2005). Επίσης η συνολική περιεκτικότητα σε λιπίδια της τροφής της μέλισσας δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 7%.

Το σογιάλευρο χρησιμοποιείται συχνά στη διατροφή της μέλισσας γιατί η    περιεκτικότητά του σε ολική πρωτεΐνη είναι γύρω στο 50%. Εμφανίζει έλλειψη σε μερικά αμινοξέα και βιταμίνες, δεν έχει καλή προσελκυστικότητα για τη μέλισσα,  είναι όμως φτηνό και σε επαρκή ποσότητα στην αγορά.(Somerville, 2005).

Οι ζύμες ζυθοποιίας και αρτοποιίας μπορούν να αντικαταστήσουν τη σόγια στη διατροφή της μέλισσας γιατί έχουν πολλές βιταμίνες και ίδια περίπου ποσοστά πρωτεΐνης. Είναι καλά ισορροπημένες σε απαραίτητα αμινοξέα και μόνο το κόστος τους μπορεί να αποτελεί αποτρεπτική παράμετρο για τη χρήση τους (Somerville, 2005).

Έχοντας υπόψη τα παραπάνω, υπάρχει δυνατότητα παρασκευής ισορροπημένης πρωτεϊνούχου τροφής για τις μέλισσες που να πληρεί τους προαναφερθέντες όρους και να είναι ιδιαίτερα αποδεκτό από τις μέλισσες.

Εικόνα 3. Η φρέσκη γύρη πρέπει να διατηρείται στην κατάψυξη.
Εικόνα 3. Η φρέσκη γύρη πρέπει να διατηρείται στην κατάψυξη.

 

Εικόνα 4. Η παρασκευή του υ ποκατάστατου γύρης μπορεί να  γίνει με απλό εξοπλισμό.
Εικόνα 4. Η παρασκευή του υ ποκατάστατου γύρης μπορεί να  γίνει με απλό εξοπλισμό.
Εικόνα 5. Ένα υποκατάστατο γύρης πρέπει να είναι ελκυστικό στη μέλισσα και να έχει υψηλή θρεπτική αξία.
Εικόνα 5. Ένα υποκατάστατο γύρης πρέπει να είναι ελκυστικό στη μέλισσα και να έχει υψηλή θρεπτική αξία.

 

ΟΙΚΟΝΟΜΟΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΡΟΦΟΔΟΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ΜΕΛΙΣΣΩΝ ΜΕ ΠΡΩΤΕΪΝΗ

Τα πλεονεκτήματα από τροφοδότηση με  υποκατάστατο ή αντικατάστατο γύρης σε ένα μελίσσι είναι πολλά. Αν υπάρχει έλλειψη γύρης, τότε ο μελισσοκόμος ή θα πρέπει να τροφοδοτήσει τις μέλισσες με πρωτεϊνούχο τροφή ή να μεταφέρει τα μελίσσια του σε κάποια περιοχή για να συλλέξουν επαρκή ποσότητα γύρης. Δυστυχώς, κάποιες πολύ καλές μελιτοφορίες χαρακτηρίζονται πολύ φτωχές σε γύρη, αδυνατίζοντας αρκετά τον πληθυσμό και καθιστώντας την προληπτική τροφοδότηση με πρωτεΐνη την πιο σωστή τακτική. Στην Ελλάδα τέτοιες μελιτοφορίες είναι του πεύκου και του έλατου.

Πολλά υποκατάστατα ή αντικατάστατα γύρης που χρησιμοποιούνται, έχουν μικρή ελκυστικότητα  για τις μέλισσες, ή μικρή θρεπτική αξία και σε συνδυασμό με το υψηλό τους κόστος τα καθιστούν πρακτικά ασύμφορα. Τα αντικατάστατα γύρης σε οποιοδήποτε μείγμα, δεν μπορούν να προσφέρουν τα χαρακτηριστικά της γύρης. Επιπρόσθετα, πρέπει να επιλέγονται υλικά καταλλήλως επεξεργασμένα, ώστε να είναι πιο αποτελεσματικά για τις μέλισσες και όχι μόνο χαμηλού κόστους.

Η πρωτεϊνούχος διατροφή της μέλισσας αποτελεί την πιο σημαντική και συνάμα την πιο πολυσύνθετη παράμετρο για τη διατήρηση ενός δυνατού μελισσιού. Η διατήρηση της θρεπτικής του κατάστασης είναι τόσο σημαντική όσο η ύπαρξη σε αυτό μιας νέας και παραγωγικής βασίλισσας.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Crailsheim, K. 1990. The protein balance of the honey bee worker. Apidologie 21: 417–429.

Hrassnigg, N., and Crailsheim, K. 1998. The influence of brood on the pollen consumption of worker bees (Apis mellifera L.). Journal of insect Physiology, 44: 393-404.

Keller, I., Fluri, P., and Imdorf, A. 2004. Pollen nutrition and colony development in honey bees – Part I. Bee World 86(2): 3–10.

Keller, I., Fluri, P., and Imdorf, A. 2004. Pollen nutrition and colony development in honey bees – Part II. Bee World 86(3): 27–34.

Nelson, C.M., Ihle, K., Amdam, G.V., Fondrk, M.K., and Page, R.E., 2007. The gene vitellogenin has multiple coordinating effects on social organization. PLoS Biology, 5: 673–677.

Roulston, T., Cane, J.H., 2000. Pollen nutritional content and digestibility for animals. Plant Systematics and Evolution 222: 187–209.

Seehuus, SC, Norberg, K., Gimsa, U., Krekling, T., and Amdam, G.V. 2006.  Reproductive protein protects functionally sterile honey bee workers from oxidative stress.  Proc. Natl. Acad. Sci. USA 103: 962-967.

Somerville, D. 2001. Nutritional Value of Bee Collected Pollens. Final Report DAN-134A. Rural Industries Research and Development Corporation. Canberra.

Somerville, D. 2005. Fat bees skinny bees – a manual on honey bee nutrition for beekeepers. Final Report DAN-186A Rural Industries Research and Development Corporation. Canberra.

 

Απορίες και διευκρινίσεις σχετικά με το άρθρο ή με όποιο άλλο θέμα θέλετε επικοινωνήστε με το περιοδικό Μελισσοκομική Επιθεώρηση πατώντας εδώ.

Για την κατάρτισή σας,
επιλέξτε πηγές πληροφόρησης με επιστημονικά τεκμηριωμένη γνώση