Θεραπευτικές και άλλες ιδιότητες του δηλητηρίου της μέλισσας

Τα άρθρα της ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του περιοδικού και δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευσή τους χωρίς την γραπτή άδεια του εκδότη.

Τανανάκη Χρύσα
Εργαστήριο Μελισσοκομίας –Σηροτροφίας Α.Π.Θ.
tananaki@agro.auth.gr

 

Η χρήση του δηλητηρίου της μέλισσας για θεραπευτικούς σκοπούς έχει της ρίζες της στην αρχαιότητα. Λαοί όπως οι Ινδοί, οι Κινέζοι, Αιγύπτιοι, οι Βαβυλώνιοι και οι Έλληνες εκτίμησαν από νωρίς τη μέλισσα όχι μόνο για την παραγωγή του μελιού, αλλά και για την ευεργετική δράση του δηλητηρίου της. Αυτή η δράση είχε καταγραφεί από τον Ιπποκράτη στο βιβλίο του «Περί ζώων ιστορίας», αλλά και στην κινέζικη βίβλο του 5ου αιώνα π.Χ., Huandi Neijing. Στη σύγχρονη ιστορία και κυρίως κατά τον 19ο αιώνα το δηλητήριο χρησιμοποιείται στην Ευρώπη και στη Ρωσία, τόσο στο χώρο της ομοιοπαθητικής, όσο και στο χώρο της συμβατικής ιατρικής. Μετά το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου οι γνώσεις της μελισσοθεραπείας που αφορούν αυτό το προϊόν μεταφέρονται στις Η.Π.Α, ενώ το 1928 κυκλοφορεί για πρώτη φορά στην Ευρωπαϊκή αγορά εμπορικό σκεύασμα που περιέχει δηλητήριο μέλισσας.

Σε προηγούμενο άρθρο αναφέρθηκαν τα κυριότερα συστατικά του δηλητηρίου (μελιτίνη, φωσφολιπάση, υαλουρονιδάση και απαμίνη) και η σχέση τους με την εκδήλωση συμπτωμάτων μετά το κέντρισμα. Σε αυτή τη φάση ας δούμε τα δύο βασικά και με τη μεγαλύτερη ευεργετική δράση συστατικά του δηλητηρίου από τη θεραπευτική τους σκοπιά:

Μελιτίνη: Το πεπτίδιο που σχετίζεται με την εμφάνιση του πόνου και του κνησμού κατά τη διάρκεια του κεντρίσματος συνδέεται με την απελευθέρωση ισταμίνης και εμφανίζει επίσης ισχυρή βακτηριοκτόνο και αντιφλεγμονώδη δράση, καθώς και κυτταροτοξικές ιδιότητες.

Απαμίνη: Το πεπτίδιο αυτό έχει αντιφλεγμονώδη δράση διεγείροντας την παραγωγή της κορτιζόλης που αποτελεί τη δραστική μορφή της κορτιζόνης. Σε μικρές συγκεντρώσεις διεγείρει το κεντρικό νευρικό σύστημα.

Η ιατρική κοινότητα στηριζόμενη στην παρατήρηση ότι πολλοί μελισσοκόμοι δεν εμφανίζουν προβλήματα αρθρίτιδας στράφηκαν αρχικά προς κλινικές μελέτες χρήσης του δηλητηρίου για την αντιμετώπιση αυτής της ασθένειας. Υπάρχουν δύο είδη αρθρίτιδων, η ρευματοειδής αρθρίτιδα και η οστεοαρθρίτιδα. Η πρώτη εντοπίζεται στον υμένα που καλύπτει τις αρθρώσεις και επεκτείνεται και στις αρθρικές επιφάνειες αλλά και στα οστά με αποτέλεσμα την καταστροφή της άρθρωσης. Στη δεύτερη μορφή η κύρια βλάβη εντοπίζεται στον αρθρικό χόνδρο ο οποίος προοδευτικά φθείρεται με αποτέλεσμα την καταστροφή του υποχόνδριου οστού και την περιοδική εμφάνιση οστεόφυτων. Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η χρήση του δηλητηρίου της μέλισσας επιδρά θετικά στην αντιμετώπιση και των δύο μορφών αρθρίτιδας με τα καλύτερα αποτελέσματα να εμφανίζονται στην ρευματοειδή αρθρίτιδα.

Τα συστατικά του δηλητηρίου επιδρούν τόσο στο κεντρικό όσο και στο περιφερειακό νευρικό σύστημα γι’ αυτό και υπάρχουν αρκετές αναφορές για χρήση του στην αντιμετώπιση της σκλήρυνσης κατά πλάκας, και των νόσων Αλτσχάιμερ και Πάρκινσον. Σε μελέτες που έγιναν σε ασθενείς από δύο ερευνητικές ομάδες διαπιστώθηκε βελτίωση των ασθενών με σκλήρυνση κατά πλάκας σε ένα ποσοστό που κυμάνθηκε από 50% έως 60% (Hauser et al. 2001, Castro et al., 2005) αποδίδοντας την βιολογική αυτή δράση στην απαμίνη που περιέχεται στο δηλητήριο.

Ερευνητικές εργασίας που αφορούν την θεραπευτική δράση του δηλητηρίου έχουν κατά καιρούς δημοσιευθεί και για άλλες ασθένειες όπως:

Αλλεργική ρινοκολπίτιδα (η ασθένεια αυτή χαρακτηρίζεται από φλεγμονή του βλεννογόνου της μύτης και των παραρρινίων κόλπων): Ερευνητική ομάδα από τη Μόσχα χρησιμοποίησε δηλητήριο της μέλισσας σε ενέσιμη μορφή σε παιδιά ηλικίας 3 έως 14 για την αντιμετώπιση της αλλεργικής ρινοκολπίτιδας. Μετά το τέλος της θεραπείας ευεργετική δράση αποδείχθηκε σε 51 από τα 78 παιδιά που έλαβαν μέρος στην έρευνα.

Ακμή (οφείλεται στο αναερόβιο θετικό κατά Gram βακτήριο Propionibacterium acnes, που προσβάλει τους σμηγματογόνους θύλακες του ανθρώπου στο πρόσωπο και την πλάτη, κυρίως κατά την εφηβική ηλικία). Αν και το συγκεκριμένο βακτήριο έχει αποκτήσει ανθεκτικότητα σε αντιβιοτικά όπως η τετρακυκλίνη και η ευρυθρομυκίνη, εντούτοις εργαστηριακή έρευνα απέδειξε ότι το δηλητήριο της μέλισσας εμφανίζει ισχυρή βακτηριοστατική δράση έναντι του Propionibacterium acnes. Τα αποτελέσματα αυτά αποδεικνύουν τη δυνατότητα χρήσης αυτού του προϊόντος κυψέλης τόσο σε φαρμακευτικά, όσο και σε καλλυντικά σκευάσματα για την αντιμετώπιση της ακμής.

Καρκινικά κύτταρα: Εργαστηριακές έρευνες έχουν αποδείξει ότι η μελιτίνη που περιέχεται στο δηλητήριο της μέλισσας μπορεί να συμβάλει θετικά στην καταστροφή καρκινικών κύτταρων που μπορεί να σχηματιστούν στην περιοχή των νεφρών, των πνευμόνων, του συκωτιού, του μαστού, καθώς και σε λευχαιμικά κύτταρα.

Εκτός όμως από την μεμονωμένη χρήση του δηλητηρίου για θεραπευτική αγωγή, στις αγορές του εξωτερικού κυκλοφορούν σκευάσματα που περιέχουν μίγματα άλλων προϊόντων κυψέλης και δηλητηρίου μελισσών. Έτσι για παράδειγμα στη Ν. Ζηλανδία από το 1996 έχει πάρει έγκριση για κυκλοφορία με την μορφή συμπληρώματος διατροφής ένα προϊόν που παρασκευάζεται από μίξη μελιού manuka και δηλητηρίου της μέλισσας. Το σκεύασμα αυτό χορηγείται για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων αρθρίτιδας και η δραστική ουσία του θεωρείται το δηλητήριο των μελισσών σε συγκέντρωση 20μg/g μελιού. Η συνιστώμενη δόση είναι δυο κουταλάκια του γλυκού ημερησίως με τελική κατανάλωση περίπου 400μg δηλητηρίου, δοσολογία που θεωρείται ικανοποιητική για ένα ενήλικο άτομο περίπου 75 kg. Στην ετικέτα του προϊόντος βέβαια αναφέρεται ότι άτομα με προδιάθεση για αλλεργία στο δηλητήριο της μέλισσας θα πρέπει να καταναλώνουν το προϊόν αυτό μετά από ιατρική συμβουλή, καθώς επίσης και ότι κατά την έναρξη της θεραπείας από οποιονδήποτε, η δοσολογία θα πρέπει αρχικά να είναι στο ¼ της συνιστώμενης με κλιμακωτή αύξηση.

Εικόνα 1: Προϊόντα που περιέχουν δηλητήριο της μέλισσας
Εικόνα 1: Προϊόντα που περιέχουν δηλητήριο της μέλισσας

Εκτός από τις κλινικές μελέτες ή τις εφαρμογές ενέσιμων μορφών ή άλλων προϊόντων δηλητηρίου (εικ. 1.), η χρήση του απευθείας κεντρίσματος των μελισσών ως θεραπευτικό μέσο έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα. Οι θεραπείες αυτές αφορούσαν κυρίως πόνους σε διάφορα σημεία των κλειδώσεων των οστών, όπου η απευθείας χρήση του κεντριού απαιτούσε την αγωγή με κεντρίσματα μελισσών για μερικές εβδομάδες (εικ. 2). Καθώς η δυνατότητα εύρεσης σε θεραπευτικούς χώρους ζωντανών μελισσών ήταν μικρή, η χρήση του δηλητηρίου άρχισε πλέον να πραγματοποιείται ενέσιμα με διαλύματα δηλητηρίου, που είτε είχε εξαχθεί απευθείας από το σάκο του δηλητήριου, είτε είχε συλλεχθεί με τη χρήση ειδικών συσκευών.

Εικόνα 2: Άμεση χρήση του δηλητηρίου της μέλισσας με απευθείας κέντρισμα
Εικόνα 2: Άμεση χρήση του δηλητηρίου της μέλισσας με απευθείας κέντρισμα

 

Παρά τις ευεργετικές δράσεις του δηλητηρίου υπάρχουν όμως και άτομα που εμφανίζουν αλλεργική αντίδραση μετά από ένα κέντρισμα μέλισσας. Η πρώτη αναφορά για θάνατο από Υμενόπτερο αφορά τον Φαραώ Μενίς και χρονολογείται τον 25ο αιώνα π.Χ. Σήμερα είναι γνωστό ότι ένα ποσοστό 1-5% του πληθυσμού παγκοσμίως είναι αλλεργικό στις μέλισσες, στις σφήκες και σε άλλα έντομα.

Η φυσιολογική αντίδραση σε τσίμπημα της μέλισσας είναι η δημιουργία μιας τοπικής αντίδρασης 3 – 5 cm που υποχωρεί σε μερικές ώρες. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις εμφανίζονται αλλεργικές αντιδράσεις που μπορούν να διακριθούν σε τρεις διαφορετικές μορφές ανάλογα με τα συμπτώματα και τη σοβαρότητα.

  1. Μεγάλη τοπική αντίδραση: Μετά το τσίμπημα εμφανίζεται πρήξιμο σε αρκετά μεγάλη περιοχή κοντά στο κέντρισμα. Οι μεγάλες τοπικές αντιδράσεις δεν απειλούν την ζωή του ατόμου που έχει δεχθεί το κέντρισμα, αλλά μπορεί να απαιτείται φαρμακευτική αντιμετώπιση.
  2. Ήπια συστηματική αναφυλαξία: Σε αυτή την περίπτωση εκτός από το πρήξιμο εμφανίζεται σε κάποιο σημείο του σώματος δερματικό εξάνθημα κνίδωσης.
  • Συστηματική αναφυλαξία: Αποτελεί τη σοβαρότερη μορφή αλλεργίας που εκδηλώνεται με τη μορφή αλλεργικού σοκ. Μεταξύ πέντε και τριάντα λεπτών μετά το κέντρισμα το άτομο εμφανίζει ερυθρότητα σε διάφορα σημεία του σώματος, δύσπνοια, ζάλη και μείωση της αρτηριακής πίεσης. Ανάλογα με τη σοβαρότητα του περιστατικού μπορεί να εμφανιστούν ναυτία, εμετός, λιποθυμία και σπασμοί.

Η φαρμακευτική αντιμετώπιση της αναφυλαξίας που προκαλείται από το κέντρισμα της μέλισσας περιλαμβάνει την επείγουσα υποδόρια χορήγηση αδρεναλίνης. Ανάλογα με τα συμπτώματα μπορεί να δοθούν και αντισταμινικά. Για άτομα που ασχολούνται με τη μελισσοκομία και συχνά βρίσκονται σε απομονωμένες περιοχές συστήνεται η αποθήκευση σε χώρο άμεσα προσβάσιμο συσκευής αυτόματης έγχυσης αδρεναλίνης που μπορεί να χρησιμοποιηθεί εύκολα αμέσως μετά το κέντρισμα από τον ίδιο το μελισσοκόμο.

Τα άτομα που εμφανίζουν προβλήματα αλλεργίας και ειδικότερα αν προέρχονται από τον μελισσοκομικό κόσμο δεν είναι απαραίτητο να εγκαταλείψουν το επάγγελμα τους. Υπάρχει δυνατότητα απευσθητοποίησης με ποσοστά επιτυχίας που ξεπερνούν το 90%. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας ο ασθενής αρχικά υποβάλλεται σε μικρές εβδομαδιαίες δόσεις ενέσιμων σκευασμάτων που εμπεριέχουν δηλητήριο της μέλισσας. Οι δοσολογία τις επόμενες εβδομάδες αυξάνεται ανάλογα με τις αντιδράσεις που εμφανίζονται κάθε φορά. Η συχνότητα των εγχύσεων στη συνέχεια μειώνεται, αλλά η συνολική θεραπεία απευσθητοποίησης διαρκεί τουλάχιστον τρία έτη. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, στην πράξη το ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς «εκπαιδεύεται» με αποτέλεσμα να εξαλείφονται τα συμπτώματα από την εισαγωγή του δηλητηρίου κατά τη διάρκεια του κεντρίσματος των μελισσών. Έτσι μετά το τέλος της επιτυχούς ανοσοθεραπείας ο ασθενής μπορεί να επιστρέψει στα μελισσοκομικά του καθήκοντα.

Παρά το γεγονός ότι η συχνότητα των σοβαρών αλλεργικών αντιδράσεων από υμενόπτερα κυμαίνεται σε χαμηλά ποσοστά, εντούτοις η προληπτική διαγνωστική προσέγγιση των πιθανών αντιδράσεων ειδικότερα σε άτομα που ασχολούνται με την μελισσοκομία συμβάλλει στην λήψη προστατευτικών μέτρων. Η διαδικασία αυτή αποσκοπεί στο να διαπιστωθεί ο βαθμός ευαισθησίας μέσω λήψεως ιστορικού και πραγματοποίησης δερματικών δοκιμασιών. Κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών πραγματοποιούνται εγχύσεις διαλυμάτων δηλητηρίου διαφορετικής συγκέντρωσης και παρατηρούνται οι αντιδράσεις.

Αν και η χρήση του δηλητηρίου της μέλισσας για θεραπευτικούς σκοπούς, είτε ως διάλυμα, είτε με τη μορφή του κεντρίσματος πραγματοποιείται στην παραδοσιακή ιατρική εδώ και χιλιάδες χρόνια, εντούτοις στην Ευρώπη και την Β. Αμερική η μοναδική νόμιμη χρήση του είναι στον τομέας της ανοσοθεραπείας ατόμων που είναι αλλεργικά στο τσίμπημα της μέλισσας.

 

Βιβλιογραφία

Castro H. J., Mendez-Inocencio J. I., Omidvar B., Omidvar J., Santilli J., Nielsen H. S., Pavot A. P., Richert J R, Bellanti J. A. (2005) A phase I study of the safety of honeybee venom extract as a possible treatment for patients with progressive forms of multiple sclerosis. Allergy and Asthma Proceedings 26 (6): 470-476.

Hauser R. A., Daguio M., Wester D., Hauser M., Kirchman A., Skinkis C. (2001) Bee-venom therapy for treating multiple sclerosis: a clinical trial. Alternative & Complementary Therapies (Feb.):37-45.

Application for the approval of manuka honey with added bee venom: Regulation (EC) No 258/97 of the European Parliament and the Council of 27th January 1997 concerning novel foods and novel food ingredients

http://www.bee-hexagon.net/files/file/fileE/Health/VenomBookReview.pdf


Απορίες και διευκρινίσεις σχετικά με το άρθρο ή με όποιο άλλο θέμα θέλετε επικοινωνήστε με το περιοδικό Μελισσοκομική Επιθεώρηση πατώντας εδώ.

Για την κατάρτισή σας,
επιλέξτε πηγές πληροφόρησης με επιστημονικά τεκμηριωμένη γνώση